Εργατικός και κοινωνικός διαχειριστικός έλεγχος στις επιχειρήσεις

.
Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΖΗ* - Αυγή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 06/05/2009

Οι τελευταίες εξελίξεις στην αγορά εργασίας με αφορμή την πρόσφατη οικονομική κρίση και το κλίμα της εκτεταμένης ανασφάλειας που διαμορφώνεται από τις πρακτικές των επιχειρήσεων να απειλούν και να προβαίνουν σε απολύσεις, να επιβάλλουν διαθεσιμότητες, εκ περιτροπής εργασία με τετραήμερη και τριήμερη απασχόληση και την παράνομη επιβολή των υποχρεωτικών αδειών με τη μέθοδο της νομιμοφανούς άδειας χωρίς αποδοχές μετά από... αίτηση των εργαζομένων, γεννούν πρόσθετα ερωτήματα.

Τα ερωτήματα αυτά γίνονται εντονότερα όταν τα φαινόμενα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα μιας πορείας της επιχείρησης που αντιμετωπίζει πρόβλημα βιωσιμότητας, αλλά ενός άλλοθι που συνδέεται με την κρίση προκειμένου να περισταλούν εργασιακά δικαιώματα και να επιβληθούν βλαπτικοί όροι εργασίας μέσα από την αξιοποίηση διατάξεων που υιοθετήθηκαν και κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας.

Οι ρυθμίσεις και οι επαναρρυθμίσεις με όρους απορρύθμισης δημιούργησαν ένα νέο νομικό θεσμικό οπλοστάσιο που σε συνδυασμό με τη διατήρηση «επισφαλών» μέτρων του απώτερου παρελθόντος παρέχουν τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να επικαλείται περιορισμό της δραστηριότητάς του και, χωρίς να ελέγχεται ουσιαστικά, να επιβάλλει αντεργατικές πρακτικές ως αναγκαίες λύσεις ακόμη και αν η πορεία επιχειρήσεων των τελευταίων χρόνων συνεπάγεται υψηλή κερδοφορία. Πρόκειται για έμπρακτες εκδηλώσεις της αντίληψης του κεφαλαίου, που συμμερίζονται και οι εκάστοτε κρατούντες, ότι το ποσοστό του καπιταλιστικού κέρδους θεωρείται κεκτημένο σε αντίθεση με τα εργασιακά δικαιώματα.

Πρόσφατα βίωσα από κοντά την εμπειρία μιας διαμάχης στην επαρχία όπου επιχείρηση 60 εργαζομένων προσπαθεί να επιβάλλει υποχρεωτικές άδειες στο προσωπικό, ως έσχατη λύση, λόγω του επικαλούμενου περιορισμού της δραστηριότητάς της και ενώ στους ισολογισμούς των 5 τελευταίων ετών παρουσιάζει έξοδα διοίκησης αντίστοιχα με τα έξοδα... μισθοδοσίας και παρά το γεγονός ότι διατηρεί ιδιόκτητες εγκαταστάσεις! Την ίδια στιγμή ο εργοδότης απαιτεί από τους εργαζόμενους και την τοπική κοινωνία να αποδεχθούν τη βασιμότητα των ισχυρισμών του με το επιχείρημα ότι αυτός υπήρξε πάντοτε αξιόπιστος, στοιχείο που θα πρέπει να θεωρείται αρκετό για να μη χρειάζεται να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.

Στην επίμονη έκκληση του σωματείου για κοινοποίηση των στοιχείων που οδηγούν σε επώδυνες λύσεις για τους εργαζόμενους και την τοπική κλειστή κοινωνία η απάντησή του στηρίζεται στο αξίωμα ότι δεν θέλει «νταβατζήδες» στην επιχείρησή του, ότι δεν μπορεί να δεχθεί ως «συνεταίρους» τους εργαζόμενους, ότι χάνει ουσιαστικά την ιδιότητα του εργοδότη αν κάνει μια τέτοια υποχώρηση αφού συμβολικά θα «εξισώνεται» με το προσωπικό, γεγονός που θα συνιστά... ανεπανόρθωτο πλήγμα στο επιχειρηματικό και προσωπικό του προφίλ.

Σε ότι δε αφορά στις εύλογες αμφιβολίες για την αξιοπιστία του όταν μάλιστα, εκτός από την γενικότερη εικόνα της επιχείρησης, και ο ίδιος, με τους ισολογισμούς που συντάσσει, γεννά σοβαρά αντεπιχειρήματα στους ισχυρισμούς του, η απάντησή του αναφέρεται σε... λάθος (μακρόχρονο;) του λογιστή του, που εξακολουθεί να τον απασχολεί, και που στις επόμενες χρήσεις τα επίμαχα έξοδα θα φροντίσει να «βαφτισθούν» αλλιώς. Έτσι απλά πρόκειται για λογιστικά βαφτίσια και όχι για την ουσία των επίμαχων δαπανών! Σε τελευταία δε ανάλυση ισχυρίζεται ότι, ακόμη και να θέλει να αποκρύψει στοιχεία, μπορεί να το κάνει αφού του το επιτρέπει ο νόμος...! Μια πρακτική ανάμεσα στις τόσες άλλες που ξεχειλίζουν από νόμιμη εργοδοτική αυθαιρεσία στη σημερινή συγκυρία! Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχισθεί.

Απαιτούνται, κατ’ αρχήν, στοιχειώδη μέτρα που αν και για τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη μπορεί και να θεωρούνται ακραία, ωστόσο σε συνθήκες καπιταλιστικών σχέσεων δεν συνιστούν παρά ελάχιστες ρυθμίσεις για την αποφυγή της πλήρους διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής που απειλείται με όρους εκτεταμένης φτώχειας. Είναι σκανδαλώδες, άλλωστε, οι νεοφιλελεύθερες εξουσίες να θεσπίζουν τοπικές επιτροπές για την ελαστική διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου ως υποχρεωτικά διαιτητικά όργανα προκειμένου να επιβληθεί η διευκόλυνση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, ενώ την ίδια στιγμή αφήνουν απροστάτευτη την στοιχειώδη ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στην ασυδοσία του.

Εκτός από την κατάργηση των αντεργατικών διατάξεων, η καθιέρωση θεσμών διαχειριστικού ελέγχου στις επιχειρήσεις που επικαλούνται οικονομικά προβλήματα για τη λήψη μέτρων που επιδεινώνουν τη θέση της εργασίας, αποτελεί αδήριτη και άμεση ανάγκη. Αυτή, κατ’ αρχήν, περιλαμβάνει την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της εκπροσώπησης της εργασίας στην επιχείρηση (συνδικάτο, συμβούλιο εργαζομένων) με περιεχόμενο διαχειριστικού ελέγχου με τη συνδρομή εμπειρογνωμόνων κάθε φορά που ο εργοδότης επικαλείται οικονομική στενότητα.

Το έλλειμμα δε της εκπροσώπησης μέσα στην επιχείρηση αναπληρώνει, και σε κάθε περίπτωση ενισχύει, η καθιέρωση θεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου σε τοπικό επίπεδο (π.χ. Εργατικά Κέντρα, ΟΤΑ) εφόσον η επισφαλής θέση των εργαζομένων αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις τοπικές κοινωνίες που οφείλουν να μεριμνούν και να παρεμβαίνουν για την προστασία των μελών τους.

* Ο Γ. Κουζής είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο