Σκέψεις για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε συνθήκες κρίσης


Αυγή-Ενθέματα

Η οικονομική κρίση είναι και διεθνής και εσωτερική. Σηματοδοτεί την αδυναμία του καπιταλισμού να αναπαραχθεί με τον παλιό τρόπο, δηλαδή τον νεοφιλελεύθερο, που οδήγησε: σε μια έκρηξη ανισοτήτων, σε καταστροφή των εργατικών δικαιωμάτων, σε ένα άνευ προηγουμένου ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, σε μια εκπληκτική διόγκωση του δανεισμού των λαϊκών μαζών από το πιστωτικό σύστημα. Μέσα από αυτήν την πολιτική διαμορφώθηκε και η συμμαχία της αστικής τάξης με στρώματα που κέρδισαν από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η συμμαχία αυτή δεν έγινε μόνο με όρους ηγεμονίας, αλλά και με μεθόδους καταναγκασμού. Το πιστωτικό σύστημα δεν λειτούργησε μόνο σαν μοχλός αναδιανομής και αναπαραγωγής του συστήματος αλλά και ως μηχανισμός εξάρτησης και χειραγώγησης των καταχρεωμένων εργαζομένων.

Οι επιπτώσεις στα συνδικάτα

Αυτονόητες λοιπόν είναι οι αρνητικές επιπτώσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα κατά την περίοδο άσκησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Ο νεοφιλελευθερισμός επιδίωξε να επιβάλει μια στρατηγική ήττα στα συνδικάτα διότι θεωρεί ότι εμποδίζουν τον δήθεν αυτορρυθμιστικό ρόλο της αγοράς. Ο καπιταλισμός- με τις αλλαγές στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής, στη διάρθρωση των επιχειρήσεων, στο μοντέλο των εργασιακών σχέσεων, δημιούργησε σημαντικά εμπόδια στην ενότητα της εργατικής τάξης. Στις προϋποθέσεις αυτές, που δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν σαν ανασταλτικοί παράγοντες στις προσπάθειες των συνδικάτων, πρέπει να προστεθεί και η αιχμαλωσία της πλειοψηφίας του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Αν λοιπόν το σύστημα την προηγούμενη περίοδο κατόρθωσε -σε φάση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης- να γονατίσει την εργατική τάξη και τα δικαιώματά της μπορεί να φανταστεί κανείς το χτύπημα που θα δεχτεί η εργατική τάξη στην σημερινή περίοδο συρρίκνωσης των οικονομιών, αν η ίδια δεν αντισταθεί.

Η Δουλειά των συνδικάτων σε περιόδους ανάπτυξης και σε περίοδο ύφεσης και κρίσης

Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι σε περίοδο κρίσης τα συνδικάτα πρέπει να περιστέλλουν τις διεκδικήσεις τους και να ακολουθούν μια τακτική άμυνας, ώστε απλά να έχουν οι εργαζόμενοι τις λιγότερες δυνατόν απώλειες, ενώ σε περίοδο ανάπτυξης πρέπει να ενισχύουμε το πλαίσιο των διεκδικήσεων μας. Η λογική αυτή δεν είναι σωστή παρότι ο φόβος για τα χειρότερα οδηγεί αρκετούς εργαζόμενους να την αποδέχονται στην πράξη. Μπορεί –και αυτό είναι σωστό- να υπάρχει μια διαφορετική ιεράρχηση των αιτημάτων αλλά όχι εγκατάλειψη τους. Για παράδειγμα η ενίσχυση της ζήτησης, που αποτελεί στοιχείο υπέρβασης της κρίσης πραγματοποιείται και με την στήριξη των θέσεων απασχόλησης αλλά και με την αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων. Η τακτική των συνδικάτων και κατά την περίοδο της κρίσης πρέπει να είναι επιθετική και αυτό πρακτικά σημαίνει διεκδίκηση άμεσων αιτημάτων για σταθεροποίηση και ενίσχυση της θέσης των εργαζομένων και ταυτόχρονα προβολή εναλλακτικών οικονομικών προτάσεων που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ευρύτερες αλλαγές.

Η στάση των Ευρωπαϊκών και των διεθνών συνδικάτων

Το συνδικαλιστικό κίνημα σε Ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο παρ’ ότι είναι μια μεγάλη-οργανωμένη δύναμη δε θέλησε να παίξει το ρόλο του. Η συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών συνδικάτων (ETUC) ακολούθησε μια γραμμή υιοθέτησης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ευρωπαϊκής ενοποίησης, προσπαθώντας να αποτρέψει τις πιο ακραίες πλευρές. Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά της Διεθνούς συνδικαλιστικής οργάνωσης (ITUC). Μοναδική θετική εξαίρεση ήταν η συνεύρεσή τους με το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ. Σήμερα στα πλαίσια της κρίσης φαίνεται ότι δυναμώνει ο κριτικός τους λόγος επιλέγοντας κάποιες μορφές δράσης. Όμως το αποτέλεσμα είναι ασθενέστατο διότι η ίδια η προηγούμενη δράση αυτών των οργανώσεων είχε υποσκάψει τη δυναμική τους.

Το συνδικαλιστικό κίνημα για να μπορέσει σήμερα-στη φάση της οξυμμένης οικονομικής κρίσης-να παίξει ένα σημαντικό ρόλο απαιτείται η αλλαγή προσανατολισμού του με μια τουλάχιστον διακριτή αντινεοφιλελεύθερη γραμμή, η αποκατάσταση της ενότητας του και η ένταση των κινητοποιήσεων. Η πραγματοποίηση πανευρωπαϊκής απεργίας για παράδειγμα αποτελεί μια τεράστιας σημασίας ενέργεια με μεγάλη δυναμική και συμβολισμό.

Τι δρόμο ακολούθησε το συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας

Τα ελληνικά συνδικάτα σε αντιδιαστολή με τον υποτονικό χαρακτήρα των συνδικάτων στη βόρεια Ευρώπη είχαν συγκρουσιακό χαρακτήρα. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των απεργιών θα μπορούσε και σήμερα κάποιος να ισχυριστεί το ίδιο. Όμως η ποσοτική πλευρά χωρίς την ποιοτική δεν οδηγεί σε ορθά συμπεράσματα. Το συνδικαλιστικό κίνημα σταδιακά μετατράπηκε σε ένα γραφειοκρατικό και συμβιβασμένο κίνημα. Είναι καθοριστική για την εξέλιξη του η στάση της ηγεσίας των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ μέσα στα συνδικάτα, οι οποίες σε συνεργασία με τις δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας ενσωματώθηκαν στο σύστημα εξουσίας. Διευκόλυναν το στόχο του κεφαλαίου για τους όρους ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ που ήταν στρατηγική επιλογή και αποδυνάμωσε δραματικά τη θέση της εργατικής τάξης. Σ’ αυτή την στάση δεν υπήρξε αντίβαρο λόγω: της διάσπασης της αριστεράς, των σεχταριστικών επιλογών ενός τμήματος της και της αδυναμίας- λόγω συσχετισμών- της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η αρνητική συμπεριφορά της ηγεσίας των συνδικάτων συνεχίστηκε και μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, αφού και σε περιόδους υψηλής ανάπτυξης η στάση της πλειοψηφίας της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος ήταν υποχωρητική με συνέπεια: οι ανισότητες να αυξάνονται, να διευρύνεται το φάσμα του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας μέσα στη μισθωτή εργασία (14% φτωχοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα έναντι 7% στην Ε.Ε.) και να διευρύνεται συνεχώς η αποδιάρθρωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων.

Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μια μεγάλη αποστασιοποίηση του κόσμου της εργασίας, ο οποίος σταδιακά έχασε την εμπιστοσύνη του στα συνδικάτα με αποτέλεσμα σήμερα που η κρίση μας δείχνει τα δόντια της να είναι ακόμη πιο εμφανής η αδυναμία τους να παρέμβουν.

Έτσι παρότι σήμερα η εργοδοτική αυθαιρεσία γιγαντώνεται, οι απολύσεις και η εκβιαστική υποαπασχόληση γίνονται καθεστώς στους χώρους εργασίας, τα συνδικάτα κινούνται με εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση και με κινήσεις εκτόνωσης.

Η ηγεσία ιδιαίτερα της ΓΣΕΕ δείχνει να έχει παραδοθεί στην ιδέα ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε και περιορίζεται σε κινήσεις που περισσότερο έχουν στόχο να δικαιολογήσουν την αναποτελεσματικότητα της και όχι να την αντιμετωπίσουν.

Ποιό δρόμο πρέπει να ακολουθήσει το συνδικαλιστικό κίνημα

Τα συνδικάτα πρέπει να αποτρέψουν έναν υπαρκτό κίνδυνο. Να περάσει ο νεοφιλελευθερισμός στην περίοδο της κρίσης του, ό,τι δεν μπόρεσε να περάσει, σε βάρος των εργαζόμενων στην περίοδο της ακμής του. Να συντείνει η οικονομική κρίση στην έξαρση της κρίσης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο χρειάζεται τώρα μια μεγάλη προσπάθεια ανασύνταξης με όρους αγωνιστικής ενότητας σε όλη την κλίμακα του συνδικαλιστικού κινήματος. Σ’ αυτή την αναγκαία αγωνιστική ενότητα λειτουργεί καταστροφικά η διασπαστική στάση των δυνάμεων του ΚΚΕ μέσα στα συνδικάτα, πρακτική που πρέπει να καταπολεμηθεί. Σ’ αυτή την προσπάθεια δε χωρούν αποκλεισμοί ακόμη και αυτών των ηγεσιών που έχουν σοβαρότατες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται στο γεγονός ότι η οικονομική κρίση για να αντιμετωπιστεί απαιτεί ένα πολύ μαζικό και ισχυρό κίνημα αντίστασης και όχι μόνο εστίες αντίστασης των πιο ριζοσπαστικοποιημένων τμημάτων της εργατικής τάξης. Χρειάζεται κυρίως η ενεργοποίηση και η πάλη των από κάτω, που θα τραβά στον αγώνα -σαν ανελκυστήρας -τα στρώματα της εργατικής τάξης που πιέζονται και τείνουν να συντηρικοποιούνται, αλλά χρειάζεται και η πίεση από τα πάνω, ώστε οι ομοσπονδίες και οι τριτοβάθμιες οργανώσεις να ενταχθούν σε ένα σχεδιασμό πλατιάς αγωνιστικής δράσης με ένα αντινεοφιλελεύθερο πλαίσιο εξόδου από την κρίση. Η σκληρή κριτική και η πολεμική στις συμβιβασμένες ηγεσίες πρέπει να συνοδεύονται με συνεχή πρόσκληση κοινής δράσης μέσα από τα συνδικάτα.

Ποια είναι τα εμπόδια σε αυτή την πορεία;

Όσοι θεωρούν και μέσα από την αριστερά ότι τα εμπόδια, για μια ανασύνταξη σε ταξική βάση του συνδικαλιστικού κινήματος, βρίσκονται μόνο εντός του συνδικαλιστικού κινήματος απλά έχουν λάθος ανάλυση.

Δεν προσμετρούν τη διάθεση των μαζών ή τις επιρροές που έχει η εργατική τάξη από την ιδεολογία της αστικής τάξης, αλλά και την αντικειμενική κατάσταση που δημιουργεί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και στην θέση και στη συνείδηση της εργατικής τάξης, με μεθόδους και αύξησης και συνάμα συγκάλυψης της εκμετάλλευσης της.

Σήμερα, δυστυχώς, δεν έχουμε ένα αγωνιστικό «βρασμό» της βάσης των εργαζομένων και μια ηγεσία που προσπαθεί να κρατήσει κλειστό το καπάκι. Το «κάθισμα» του συνδικαλιστικού κινήματος είναι οριζόντιο και κάθετο, ενώ ο φόβος και η ανασφάλεια των εργαζομένων ιδιαίτερα μέσα στην οικονομική κρίση είναι κακός σύμβουλος, όσον αφορά στην αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων. Συνεπώς ο σχεδιασμός δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη αυτή την κατάσταση, διότι θα είναι ένας σχεδιασμός επί χάρτου.

Οι δυσκολίες φυσικά δεν πρέπει να οδηγήσουν σε ανάσχεση δραστηριοτήτων. Αντίθετα, ο αναγκαίος βολονταρισμός μας πρέπει να τραβά τις μάζες σε μαζική αγωνιστική δράση και όχι σε απομόνωση της όποιας πρωτοπορίας. Η συσπείρωση του κόσμου πρέπει να είναι πάνω στα προβλήματα, στο πώς θα αντιμετωπίσουμε τις απολύσεις, τα κλεισίματα εργοστασίων, την μείωση των μισθών, τις ιδιωτικοποιήσεις, την επισφάλεια στην εργασία, το χτύπημα του ασφαλιστικού.

Οι μορφές πάλης που έχει στο οπλοστάσιο του το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει όλες να αξιοποιούνται. Αρκεί να συσπειρώνουν και να κλιμακώνονται σωστά. Αρκεί να συναποφασίζονται με τους εργαζομένους, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή συμμετοχή τους.

Ξαναβλέποντας το ρόλο των συνδικάτων σήμερα

Η σύνθετη κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι λογικό να προκαλεί και σύγχυση και διαφορετικές απόψεις και μέσα στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Ορισμένοι μάλιστα συμβολικοποιούν το ρόλο της μη συμμετοχής στα προεδρεία, ως το απόφθεγμα της ταξικής άποψης, δίχως να κατανοούν προφανώς τη διαφορά που έχει η κομματική δραστηριότητα από τη συνδικαλιστική ή έχουν μια φιλική στάση σε ότι εξωθεσμικό κινείται αρκεί να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα.

Αυτό επαναφέρει τη συζήτηση -που κατά τη γνώμη μας είναι η ουσία- για το ρόλο των συνδικάτων.

Τα συνδικάτα είναι όργανα πάλης των εργαζομένων. Σ’ αυτά συσπειρώνονται οι πάντες ανεξάρτητα από ιδεολογική- θρησκευτική άποψη, από εθνικές προελεύσεις.

Τα συνδικάτα είναι επίσης εργατικοί θεσμοί που δημιούργησε η ίδια η εργατική τάξη, νομικά κατοχυρωμένοι ώστε να εξασφαλίζεται θεσμικά η διαπραγματευτική τους αρμοδιότητα. Τα συνδικάτα δεν είναι επαναστατικά όργανα της τάξης, ούτε ο ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής του κόμματος (του κάθε κόμματος, είτε είναι του δικομματισμού, είτε είναι της αριστεράς).

Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να σέβεται την αυτονομία τους, και με όρους αυτονομίας πρέπει να τα κρίνει. Αλλιώς θα οδηγηθούμε στην σεχταριστική αντίληψη του ΚΚΕ που θεωρεί ότι δεν υπάρχει κίνημα αν δεν το ελέγχει.

Οι αριστεροί συνδικαλιστές συμμετέχουν μέσα στα συνδικάτα και διαχειρίζονται μαζί με άλλους εκλεγμένους συνδικαλιστές τις υποθέσεις των συνδικάτων. Συγκρούονται με διαφορετικές απόψεις και επιχειρούν να εμβολιάσουν τη λειτουργία των συνδικάτων με την συμμετοχή των εργαζομένων, και την πιο πλατιά δημοκρατία, και να ενισχύσουν τον ταξικό και διεκδικητικό τους χαρακτήρα. Τα αντιπροσωπευτικά προεδρεία που είναι εκτελεστικά όργανα μη συνεργασίας είναι αυτά που αποτυπώνουν τον υπαρκτό συσχετισμό δυνάμεων στις διοικήσεις και επιτρέπουν την λειτουργία των συνδικάτων χωρίς «προκάτ» συμφωνίες και αποκλεισμούς.

Το πρόβλημα του συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα δεν είναι ούτε οι διαγραφές σωματείων, ούτε υπάρχει μια ανώμαλη κατάσταση, όπως στο παρελθόν, που θα αλλοίωνε ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων και θα απαιτούσε μια διαφοροποιημένη στάση.

Το πρόβλημα είναι ο προσανατολισμός του και αυτός αντιπαλεύεται μαζί με τους εργαζομένους, μέσα από τα συνδικάτα. Συνεπώς αυτό που χρειάζεται είναι να συμβάλλουμε στην μαζικοποίηση και την αναζωογόνηση του συνδικαλιστικού κινήματος, να δουλέψουμε μέσα στα μέλη των σωματείων, μέσα στα όργανα κάθε επιπέδου, ώστε τα συνδικάτα να μην είναι ένας άδειος θεσμός, αλλά ένα πραγματικό κίνημα. Αυτό προϋποθέτει την μαζική δράση των ίδιων των μελών των συνδικάτων. Οι ακτιβισμοί ή τα κινήματα αλληλεγγύης-καθ’ όλα απαραίτητα στις μέρες μας-θα είναι αναποτελεσματικές μορφές αν δεν εξασφαλίζεται ταυτόχρονα η κινητοποίηση των ίδιων των εργαζομένων που σχετίζονται με το κάθε πρόβλημα.

Τα συνδικάτα λοιπόν είναι σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Σε κάθε κρίση υπάρχει και η καταστροφική και η αναγεννητική διάσταση. Χρέος της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι να συμβάλει ώστε η κοινωνική πάλη να έχει νικητές τους εργαζόμενους.

ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΛΥΒΗΣ