Σκέψεις για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε συνθήκες κρίσης


Αυγή-Ενθέματα

Η οικονομική κρίση είναι και διεθνής και εσωτερική. Σηματοδοτεί την αδυναμία του καπιταλισμού να αναπαραχθεί με τον παλιό τρόπο, δηλαδή τον νεοφιλελεύθερο, που οδήγησε: σε μια έκρηξη ανισοτήτων, σε καταστροφή των εργατικών δικαιωμάτων, σε ένα άνευ προηγουμένου ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, σε μια εκπληκτική διόγκωση του δανεισμού των λαϊκών μαζών από το πιστωτικό σύστημα. Μέσα από αυτήν την πολιτική διαμορφώθηκε και η συμμαχία της αστικής τάξης με στρώματα που κέρδισαν από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η συμμαχία αυτή δεν έγινε μόνο με όρους ηγεμονίας, αλλά και με μεθόδους καταναγκασμού. Το πιστωτικό σύστημα δεν λειτούργησε μόνο σαν μοχλός αναδιανομής και αναπαραγωγής του συστήματος αλλά και ως μηχανισμός εξάρτησης και χειραγώγησης των καταχρεωμένων εργαζομένων.

Οι επιπτώσεις στα συνδικάτα

Αυτονόητες λοιπόν είναι οι αρνητικές επιπτώσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα κατά την περίοδο άσκησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Ο νεοφιλελευθερισμός επιδίωξε να επιβάλει μια στρατηγική ήττα στα συνδικάτα διότι θεωρεί ότι εμποδίζουν τον δήθεν αυτορρυθμιστικό ρόλο της αγοράς. Ο καπιταλισμός- με τις αλλαγές στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής, στη διάρθρωση των επιχειρήσεων, στο μοντέλο των εργασιακών σχέσεων, δημιούργησε σημαντικά εμπόδια στην ενότητα της εργατικής τάξης. Στις προϋποθέσεις αυτές, που δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν σαν ανασταλτικοί παράγοντες στις προσπάθειες των συνδικάτων, πρέπει να προστεθεί και η αιχμαλωσία της πλειοψηφίας του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Αν λοιπόν το σύστημα την προηγούμενη περίοδο κατόρθωσε -σε φάση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης- να γονατίσει την εργατική τάξη και τα δικαιώματά της μπορεί να φανταστεί κανείς το χτύπημα που θα δεχτεί η εργατική τάξη στην σημερινή περίοδο συρρίκνωσης των οικονομιών, αν η ίδια δεν αντισταθεί.

Η Δουλειά των συνδικάτων σε περιόδους ανάπτυξης και σε περίοδο ύφεσης και κρίσης

Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι σε περίοδο κρίσης τα συνδικάτα πρέπει να περιστέλλουν τις διεκδικήσεις τους και να ακολουθούν μια τακτική άμυνας, ώστε απλά να έχουν οι εργαζόμενοι τις λιγότερες δυνατόν απώλειες, ενώ σε περίοδο ανάπτυξης πρέπει να ενισχύουμε το πλαίσιο των διεκδικήσεων μας. Η λογική αυτή δεν είναι σωστή παρότι ο φόβος για τα χειρότερα οδηγεί αρκετούς εργαζόμενους να την αποδέχονται στην πράξη. Μπορεί –και αυτό είναι σωστό- να υπάρχει μια διαφορετική ιεράρχηση των αιτημάτων αλλά όχι εγκατάλειψη τους. Για παράδειγμα η ενίσχυση της ζήτησης, που αποτελεί στοιχείο υπέρβασης της κρίσης πραγματοποιείται και με την στήριξη των θέσεων απασχόλησης αλλά και με την αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων. Η τακτική των συνδικάτων και κατά την περίοδο της κρίσης πρέπει να είναι επιθετική και αυτό πρακτικά σημαίνει διεκδίκηση άμεσων αιτημάτων για σταθεροποίηση και ενίσχυση της θέσης των εργαζομένων και ταυτόχρονα προβολή εναλλακτικών οικονομικών προτάσεων που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ευρύτερες αλλαγές.

Η στάση των Ευρωπαϊκών και των διεθνών συνδικάτων

Το συνδικαλιστικό κίνημα σε Ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο παρ’ ότι είναι μια μεγάλη-οργανωμένη δύναμη δε θέλησε να παίξει το ρόλο του. Η συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών συνδικάτων (ETUC) ακολούθησε μια γραμμή υιοθέτησης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ευρωπαϊκής ενοποίησης, προσπαθώντας να αποτρέψει τις πιο ακραίες πλευρές. Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά της Διεθνούς συνδικαλιστικής οργάνωσης (ITUC). Μοναδική θετική εξαίρεση ήταν η συνεύρεσή τους με το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ. Σήμερα στα πλαίσια της κρίσης φαίνεται ότι δυναμώνει ο κριτικός τους λόγος επιλέγοντας κάποιες μορφές δράσης. Όμως το αποτέλεσμα είναι ασθενέστατο διότι η ίδια η προηγούμενη δράση αυτών των οργανώσεων είχε υποσκάψει τη δυναμική τους.

Το συνδικαλιστικό κίνημα για να μπορέσει σήμερα-στη φάση της οξυμμένης οικονομικής κρίσης-να παίξει ένα σημαντικό ρόλο απαιτείται η αλλαγή προσανατολισμού του με μια τουλάχιστον διακριτή αντινεοφιλελεύθερη γραμμή, η αποκατάσταση της ενότητας του και η ένταση των κινητοποιήσεων. Η πραγματοποίηση πανευρωπαϊκής απεργίας για παράδειγμα αποτελεί μια τεράστιας σημασίας ενέργεια με μεγάλη δυναμική και συμβολισμό.

Τι δρόμο ακολούθησε το συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας

Τα ελληνικά συνδικάτα σε αντιδιαστολή με τον υποτονικό χαρακτήρα των συνδικάτων στη βόρεια Ευρώπη είχαν συγκρουσιακό χαρακτήρα. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των απεργιών θα μπορούσε και σήμερα κάποιος να ισχυριστεί το ίδιο. Όμως η ποσοτική πλευρά χωρίς την ποιοτική δεν οδηγεί σε ορθά συμπεράσματα. Το συνδικαλιστικό κίνημα σταδιακά μετατράπηκε σε ένα γραφειοκρατικό και συμβιβασμένο κίνημα. Είναι καθοριστική για την εξέλιξη του η στάση της ηγεσίας των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ μέσα στα συνδικάτα, οι οποίες σε συνεργασία με τις δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας ενσωματώθηκαν στο σύστημα εξουσίας. Διευκόλυναν το στόχο του κεφαλαίου για τους όρους ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ που ήταν στρατηγική επιλογή και αποδυνάμωσε δραματικά τη θέση της εργατικής τάξης. Σ’ αυτή την στάση δεν υπήρξε αντίβαρο λόγω: της διάσπασης της αριστεράς, των σεχταριστικών επιλογών ενός τμήματος της και της αδυναμίας- λόγω συσχετισμών- της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η αρνητική συμπεριφορά της ηγεσίας των συνδικάτων συνεχίστηκε και μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, αφού και σε περιόδους υψηλής ανάπτυξης η στάση της πλειοψηφίας της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος ήταν υποχωρητική με συνέπεια: οι ανισότητες να αυξάνονται, να διευρύνεται το φάσμα του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας μέσα στη μισθωτή εργασία (14% φτωχοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα έναντι 7% στην Ε.Ε.) και να διευρύνεται συνεχώς η αποδιάρθρωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων.

Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μια μεγάλη αποστασιοποίηση του κόσμου της εργασίας, ο οποίος σταδιακά έχασε την εμπιστοσύνη του στα συνδικάτα με αποτέλεσμα σήμερα που η κρίση μας δείχνει τα δόντια της να είναι ακόμη πιο εμφανής η αδυναμία τους να παρέμβουν.

Έτσι παρότι σήμερα η εργοδοτική αυθαιρεσία γιγαντώνεται, οι απολύσεις και η εκβιαστική υποαπασχόληση γίνονται καθεστώς στους χώρους εργασίας, τα συνδικάτα κινούνται με εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση και με κινήσεις εκτόνωσης.

Η ηγεσία ιδιαίτερα της ΓΣΕΕ δείχνει να έχει παραδοθεί στην ιδέα ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε και περιορίζεται σε κινήσεις που περισσότερο έχουν στόχο να δικαιολογήσουν την αναποτελεσματικότητα της και όχι να την αντιμετωπίσουν.

Ποιό δρόμο πρέπει να ακολουθήσει το συνδικαλιστικό κίνημα

Τα συνδικάτα πρέπει να αποτρέψουν έναν υπαρκτό κίνδυνο. Να περάσει ο νεοφιλελευθερισμός στην περίοδο της κρίσης του, ό,τι δεν μπόρεσε να περάσει, σε βάρος των εργαζόμενων στην περίοδο της ακμής του. Να συντείνει η οικονομική κρίση στην έξαρση της κρίσης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο χρειάζεται τώρα μια μεγάλη προσπάθεια ανασύνταξης με όρους αγωνιστικής ενότητας σε όλη την κλίμακα του συνδικαλιστικού κινήματος. Σ’ αυτή την αναγκαία αγωνιστική ενότητα λειτουργεί καταστροφικά η διασπαστική στάση των δυνάμεων του ΚΚΕ μέσα στα συνδικάτα, πρακτική που πρέπει να καταπολεμηθεί. Σ’ αυτή την προσπάθεια δε χωρούν αποκλεισμοί ακόμη και αυτών των ηγεσιών που έχουν σοβαρότατες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται στο γεγονός ότι η οικονομική κρίση για να αντιμετωπιστεί απαιτεί ένα πολύ μαζικό και ισχυρό κίνημα αντίστασης και όχι μόνο εστίες αντίστασης των πιο ριζοσπαστικοποιημένων τμημάτων της εργατικής τάξης. Χρειάζεται κυρίως η ενεργοποίηση και η πάλη των από κάτω, που θα τραβά στον αγώνα -σαν ανελκυστήρας -τα στρώματα της εργατικής τάξης που πιέζονται και τείνουν να συντηρικοποιούνται, αλλά χρειάζεται και η πίεση από τα πάνω, ώστε οι ομοσπονδίες και οι τριτοβάθμιες οργανώσεις να ενταχθούν σε ένα σχεδιασμό πλατιάς αγωνιστικής δράσης με ένα αντινεοφιλελεύθερο πλαίσιο εξόδου από την κρίση. Η σκληρή κριτική και η πολεμική στις συμβιβασμένες ηγεσίες πρέπει να συνοδεύονται με συνεχή πρόσκληση κοινής δράσης μέσα από τα συνδικάτα.

Ποια είναι τα εμπόδια σε αυτή την πορεία;

Όσοι θεωρούν και μέσα από την αριστερά ότι τα εμπόδια, για μια ανασύνταξη σε ταξική βάση του συνδικαλιστικού κινήματος, βρίσκονται μόνο εντός του συνδικαλιστικού κινήματος απλά έχουν λάθος ανάλυση.

Δεν προσμετρούν τη διάθεση των μαζών ή τις επιρροές που έχει η εργατική τάξη από την ιδεολογία της αστικής τάξης, αλλά και την αντικειμενική κατάσταση που δημιουργεί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και στην θέση και στη συνείδηση της εργατικής τάξης, με μεθόδους και αύξησης και συνάμα συγκάλυψης της εκμετάλλευσης της.

Σήμερα, δυστυχώς, δεν έχουμε ένα αγωνιστικό «βρασμό» της βάσης των εργαζομένων και μια ηγεσία που προσπαθεί να κρατήσει κλειστό το καπάκι. Το «κάθισμα» του συνδικαλιστικού κινήματος είναι οριζόντιο και κάθετο, ενώ ο φόβος και η ανασφάλεια των εργαζομένων ιδιαίτερα μέσα στην οικονομική κρίση είναι κακός σύμβουλος, όσον αφορά στην αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων. Συνεπώς ο σχεδιασμός δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη αυτή την κατάσταση, διότι θα είναι ένας σχεδιασμός επί χάρτου.

Οι δυσκολίες φυσικά δεν πρέπει να οδηγήσουν σε ανάσχεση δραστηριοτήτων. Αντίθετα, ο αναγκαίος βολονταρισμός μας πρέπει να τραβά τις μάζες σε μαζική αγωνιστική δράση και όχι σε απομόνωση της όποιας πρωτοπορίας. Η συσπείρωση του κόσμου πρέπει να είναι πάνω στα προβλήματα, στο πώς θα αντιμετωπίσουμε τις απολύσεις, τα κλεισίματα εργοστασίων, την μείωση των μισθών, τις ιδιωτικοποιήσεις, την επισφάλεια στην εργασία, το χτύπημα του ασφαλιστικού.

Οι μορφές πάλης που έχει στο οπλοστάσιο του το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει όλες να αξιοποιούνται. Αρκεί να συσπειρώνουν και να κλιμακώνονται σωστά. Αρκεί να συναποφασίζονται με τους εργαζομένους, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή συμμετοχή τους.

Ξαναβλέποντας το ρόλο των συνδικάτων σήμερα

Η σύνθετη κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι λογικό να προκαλεί και σύγχυση και διαφορετικές απόψεις και μέσα στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Ορισμένοι μάλιστα συμβολικοποιούν το ρόλο της μη συμμετοχής στα προεδρεία, ως το απόφθεγμα της ταξικής άποψης, δίχως να κατανοούν προφανώς τη διαφορά που έχει η κομματική δραστηριότητα από τη συνδικαλιστική ή έχουν μια φιλική στάση σε ότι εξωθεσμικό κινείται αρκεί να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα.

Αυτό επαναφέρει τη συζήτηση -που κατά τη γνώμη μας είναι η ουσία- για το ρόλο των συνδικάτων.

Τα συνδικάτα είναι όργανα πάλης των εργαζομένων. Σ’ αυτά συσπειρώνονται οι πάντες ανεξάρτητα από ιδεολογική- θρησκευτική άποψη, από εθνικές προελεύσεις.

Τα συνδικάτα είναι επίσης εργατικοί θεσμοί που δημιούργησε η ίδια η εργατική τάξη, νομικά κατοχυρωμένοι ώστε να εξασφαλίζεται θεσμικά η διαπραγματευτική τους αρμοδιότητα. Τα συνδικάτα δεν είναι επαναστατικά όργανα της τάξης, ούτε ο ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής του κόμματος (του κάθε κόμματος, είτε είναι του δικομματισμού, είτε είναι της αριστεράς).

Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να σέβεται την αυτονομία τους, και με όρους αυτονομίας πρέπει να τα κρίνει. Αλλιώς θα οδηγηθούμε στην σεχταριστική αντίληψη του ΚΚΕ που θεωρεί ότι δεν υπάρχει κίνημα αν δεν το ελέγχει.

Οι αριστεροί συνδικαλιστές συμμετέχουν μέσα στα συνδικάτα και διαχειρίζονται μαζί με άλλους εκλεγμένους συνδικαλιστές τις υποθέσεις των συνδικάτων. Συγκρούονται με διαφορετικές απόψεις και επιχειρούν να εμβολιάσουν τη λειτουργία των συνδικάτων με την συμμετοχή των εργαζομένων, και την πιο πλατιά δημοκρατία, και να ενισχύσουν τον ταξικό και διεκδικητικό τους χαρακτήρα. Τα αντιπροσωπευτικά προεδρεία που είναι εκτελεστικά όργανα μη συνεργασίας είναι αυτά που αποτυπώνουν τον υπαρκτό συσχετισμό δυνάμεων στις διοικήσεις και επιτρέπουν την λειτουργία των συνδικάτων χωρίς «προκάτ» συμφωνίες και αποκλεισμούς.

Το πρόβλημα του συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα δεν είναι ούτε οι διαγραφές σωματείων, ούτε υπάρχει μια ανώμαλη κατάσταση, όπως στο παρελθόν, που θα αλλοίωνε ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων και θα απαιτούσε μια διαφοροποιημένη στάση.

Το πρόβλημα είναι ο προσανατολισμός του και αυτός αντιπαλεύεται μαζί με τους εργαζομένους, μέσα από τα συνδικάτα. Συνεπώς αυτό που χρειάζεται είναι να συμβάλλουμε στην μαζικοποίηση και την αναζωογόνηση του συνδικαλιστικού κινήματος, να δουλέψουμε μέσα στα μέλη των σωματείων, μέσα στα όργανα κάθε επιπέδου, ώστε τα συνδικάτα να μην είναι ένας άδειος θεσμός, αλλά ένα πραγματικό κίνημα. Αυτό προϋποθέτει την μαζική δράση των ίδιων των μελών των συνδικάτων. Οι ακτιβισμοί ή τα κινήματα αλληλεγγύης-καθ’ όλα απαραίτητα στις μέρες μας-θα είναι αναποτελεσματικές μορφές αν δεν εξασφαλίζεται ταυτόχρονα η κινητοποίηση των ίδιων των εργαζομένων που σχετίζονται με το κάθε πρόβλημα.

Τα συνδικάτα λοιπόν είναι σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Σε κάθε κρίση υπάρχει και η καταστροφική και η αναγεννητική διάσταση. Χρέος της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι να συμβάλει ώστε η κοινωνική πάλη να έχει νικητές τους εργαζόμενους.

ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΛΥΒΗΣ

Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων Π.Λαφαζάνη προς τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών

.
Η Κομισιόν αμφισβητεί την κοινοτική νομιμότητα της συμφωνίας Ελληνικού Δημοσίου (ΕΔ) και Deutsche Telecom (DT) για την πώληση του ΟΤΕ
Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες και δημοσιεύματα του τύπου, ο Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς της Ε.Ε κ. Τσαρλς Μακρίβι με προειδοποιητική επιστολή που απέστειλε στην ελληνική κυβέρνηση στις 14/4/09 και η οποία απηχεί τη γνώμη της Κομισιόν, θεωρεί ότι η συμφωνία του ελληνικού Δημοσίου και της Deutsche Telecom για την πώληση του ΟΤΕ, η οποία κυρώθηκε με νόμο από την ελληνική Βουλή, παραβιάζει ρητά την κοινοτική νομοθεσία σε τέσσερα σημεία όσον αφορά την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και την ελευθερία εγκατάστασης.
Επειδή η παρέμβαση της Κομισιόν μπορεί να οδηγήσει σε εξελίξεις ακόμα πιο ευνοϊκές για την Deutsche Telecom και το γερμανικό δημόσιο και ακόμα πιο δυσμενείς για τα ελληνικά συμφέροντα κι απ’ αυτήν την ήδη απαράδεκτη συμφωνία πώλησης του ΟΤΕ.
Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί:
1. Πως σκοπεύουν να αντιδράσουν στην παρέμβαση του κ. Τ. Μακρίβι για να προασπίσουν τα ελληνικά συμφέροντα; Προτίθενται να αντιδράσουν σε νέες πιέσεις, οι οποίες, στο όνομα της προσαρμογής στην Κοινοτική νομοθεσία, αποβλέπουν στο να κάνουν ακόμα πιο επαχθή τη συμφωνία με την DT ή και να πωληθεί νέο πακέτο μετοχών από το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε το ποσοστό του να πέσει κάτω από το 5%, για να μην ισχύει η συμφωνία των δύο μετόχων; Σκοπεύουν να ενεργήσουν έτσι ώστε να ακυρωθεί η συμφωνία Ελληνικού Δημοσίου-Deutche Telecom και να επανέλθει, ως όφειλε, ο ΟΤΕ στο Ελληνικό Δημόσιο;
Τέλος παρακαλούμε τους κ.κ Υπουργούς να καταθέσουν άμεσα στη Βουλή το πλήρες κείμενο της προειδοποιητικής επιστολής που απεύθυνε ο επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς προς την κυβέρνηση σχετικά με την συμφωνία Ελληνικού Δημοσίου- Deutche Telecom
Ο ερωτών και αιτών βουλευτής
Λαφαζάνης Παναγιώτης

Επανεκτιμώντας τον ρόλο των συνδικάτων - Του Αλεκου Καλύβη

.

Αναδημοσίευση απο την Αυγή

Επανεκτιμώντας τον ρόλο των συνδικάτων Του Αλεκου Καλύβη

Η οικονομική κρίση είναι και διεθνής και εσωτερική. Σηματοδοτεί την αδυναμία του καπιταλισμού να αναπαραχθεί με τον παλιό τρόπο, δηλαδή τον νεοφιλελεύθερο, που οδήγησε σε έκρηξη ανισοτήτων, σε καταστροφή των εργατικών δικαιωμάτων, σε ένα άνευ προηγουμένου ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, σε εκπληκτική διόγκωση του δανεισμού των λαϊκών μαζών από το πιστωτικό σύστημα. Μέσα από αυτή την πολιτική διαμορφώθηκε και η συμμαχία της αστικής τάξης με στρώματα που κέρδισαν από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η συμμαχία αυτή δεν έγινε μόνο με όρους ηγεμονίας, αλλά και με μεθόδους καταναγκασμού. Το πιστωτικό σύστημα δεν λειτούργησε μόνο σαν μοχλός αναδιανομής και αναπαραγωγής του συστήματος, αλλά και ως μηχανισμός εξάρτησης και χειραγώγησης των καταχρεωμένων εργαζομένων.

Οι επιπτώσεις στα συνδικάτα

Αυτονόητες λοιπόν είναι οι αρνητικές επιπτώσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα κατά την περίοδο άσκησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Ο νεοφιλελευθερισμός επιδίωξε να επιβάλει μια στρατηγική ήττα στα συνδικάτα, διότι θεωρεί ότι εμποδίζουν τον δήθεν αυτορρυθμιστικό ρόλο της αγοράς. Ο καπιταλισμός, με τις αλλαγές στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής, στη διάρθρωση των επιχειρήσεων, στο μοντέλο των εργασιακών σχέσεων, δημιούργησε σημαντικά εμπόδια στην ενότητα της εργατικής τάξης. Στις προϋποθέσεις αυτές, που δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν σαν ανασταλτικοί παράγοντες στις προσπάθειες των συνδικάτων, πρέπει να προστεθεί και η αιχμαλωσία της πλειοψηφίας του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Αν λοιπόν το σύστημα την προηγούμενη περίοδο κατόρθωσε --σε φάση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης-- να γονατίσει την εργατική τάξη και τα δικαιώματά της μπορεί να φανταστεί κανείς το χτύπημα που θα δεχτεί η εργατική τάξη στην σημερινή περίοδο συρρίκνωσης των οικονομιών, αν η ίδια δεν αντισταθεί.

Η δουλειά των συνδικάτων σε περιόδους ανάπτυξης και σε περίοδο ύφεσης και κρίσης

Διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι σε περίοδο κρίσης τα συνδικάτα πρέπει να περιστέλλουν τις διεκδικήσεις τους και να ακολουθούν μια τακτική άμυνας, ώστε απλώς να έχουν οι εργαζόμενοι τις λιγότερες δυνατόν απώλειες, ενώ σε περίοδο ανάπτυξης πρέπει να ενισχύουμε το πλαίσιο των διεκδικήσεων μας. Η λογική αυτή δεν είναι σωστή, παρότι ο φόβος για τα χειρότερα οδηγεί αρκετούς εργαζόμενους να την αποδέχονται στην πράξη. Μπορεί --και αυτό είναι σωστό-- να υπάρχει μια διαφορετική ιεράρχηση των αιτημάτων, αλλά όχι εγκατάλειψή τους. Για παράδειγμα, η ενίσχυση της ζήτησης, που αποτελεί στοιχείο υπέρβασης της κρίσης, πραγματοποιείται και με την στήριξη των θέσεων απασχόλησης αλλά και με την αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων. Η τακτική των συνδικάτων και κατά την περίοδο της κρίσης πρέπει να είναι επιθετική: αυτό, στην πράξη, σημαίνει διεκδίκηση άμεσων αιτημάτων για σταθεροποίηση και ενίσχυση της θέσης των εργαζομένων και ταυτόχρονα προβολή εναλλακτικών οικονομικών προτάσεων που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ευρύτερες αλλαγές.

Η στάση των ευρωπαϊκών και των διεθνών συνδικάτων

Το συνδικαλιστικό κίνημα σε ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο, παρότι είναι μια μεγάλη-οργανωμένη δύναμη, δεν θέλησε να παίξει το ρόλο του. Η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC) ακολούθησε μια γραμμή υιοθέτησης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ευρωπαϊκής ενοποίησης, προσπαθώντας να αποτρέψει τις πιο ακραίες πλευρές. Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά της Διεθνούς Συνδικαλιστικής Οργάνωσης (ITUC). Μοναδική θετική εξαίρεση ήταν η συνεύρεσή τους με το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ. Σήμερα στα πλαίσια της κρίσης φαίνεται ότι δυναμώνει ο κριτικός τους λόγος επιλέγοντας κάποιες μορφές δράσης. Όμως το αποτέλεσμα είναι ασθενέστατο, διότι η ίδια η προηγούμενη δράση αυτών των οργανώσεων είχε υποσκάψει τη δυναμική τους.

Για να μπορέσει σήμερα --στη φάση της οξυμένης οικονομικής κρίσης-- το συνδικαλιστικό κίνημα να παίξει ένα σημαντικό ρόλο, απαιτείται η αλλαγή προσανατολισμού του με μια τουλάχιστον διακριτή αντινεοφιλελεύθερη γραμμή, η αποκατάσταση της ενότητας του και η ένταση των κινητοποιήσεων. Η πραγματοποίηση πανευρωπαϊκής απεργίας, για παράδειγμα, αποτελεί μια τεράστιας σημασίας ενέργεια με μεγάλη δυναμική και συμβολισμό.

Το συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας

Τα ελληνικά συνδικάτα, σε αντιδιαστολή με τον υποτονικό χαρακτήρα των συνδικάτων στη Βόρεια Ευρώπη, είχαν συγκρουσιακό χαρακτήρα. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των απεργιών θα μπορούσε και σήμερα κάποιος να ισχυριστεί το ίδιο. Όμως η ποσοτική πλευρά χωρίς την ποιοτική δεν οδηγεί σε ορθά συμπεράσματα. Το συνδικαλιστικό κίνημα σταδιακά μετατράπηκε σε ένα γραφειοκρατικό και συμβιβασμένο κίνημα. Είναι καθοριστική για την εξέλιξή του η στάση της ηγεσίας των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ μέσα στα συνδικάτα, οι οποίες, σε συνεργασία με τις δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας, ενσωματώθηκαν στο σύστημα εξουσίας. Διευκόλυναν το στόχο του κεφαλαίου για τους όρους ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ, που ήταν στρατηγική επιλογή, η οποία αποδυνάμωσε δραματικά τη θέση της εργατικής τάξης. Σ' αυτήν τη στάση δεν υπήρξε αντίβαρο λόγω της διάσπασης της Αριστεράς, των σεχταριστικών επιλογών ενός τμήματός της και της αδυναμίας --λόγω συσχετισμών-- της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Η αρνητική συμπεριφορά της ηγεσίας των συνδικάτων συνεχίστηκε και μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, αφού και σε περιόδους υψηλής ανάπτυξης η στάση της πλειοψηφίας της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος ήταν υποχωρητική. Η συνέπεια ήταν οι ανισότητες να αυξάνονται, να διευρύνεται το φάσμα του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας μέσα στη μισθωτή εργασία (14% φτωχοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα έναντι 7% στην Ε.Ε.) και να διευρύνεται συνεχώς η αποδιάρθρωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων.

Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μια μεγάλη αποστασιοποίηση του κόσμου της εργασίας, ο οποίος σταδιακά έχασε την εμπιστοσύνη του στα συνδικάτα, με αποτέλεσμα σήμερα, που η κρίση μας "δείχνει τα δόντια της", να είναι ακόμη πιο εμφανής η αδυναμία τους να παρέμβουν. Έτσι, παρότι σήμερα η εργοδοτική αυθαιρεσία γιγαντώνεται, οι απολύσεις και η εκβιαστική υποαπασχόληση γίνονται καθεστώς στους χώρους εργασίας, τα συνδικάτα κινούνται με εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση και με κινήσεις εκτόνωσης.

Η ηγεσία ιδιαίτερα της ΓΣΕΕ δείχνει να έχει παραδοθεί στην ιδέα ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε και περιορίζεται σε κινήσεις που περισσότερο έχουν στόχο να δικαιολογήσουν την αναποτελεσματικότητά της, και όχι να την αντιμετωπίσουν.

Ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσει το συνδικαλιστικό κίνημα

Τα συνδικάτα πρέπει να αποτρέψουν έναν υπαρκτό κίνδυνο: ο νεοφιλελευθερισμός να επιβάλει στην περίοδο της κρίσης του ό,τι δεν μπόρεσε να επιβάλλει, σε βάρος των εργαζόμενων, στην περίοδο της ακμής του· να συντείνει, δηλαδή, η οικονομική κρίση στην έξαρση της κρίσης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο χρειάζεται τώρα μια μεγάλη προσπάθεια ανασύνταξης, με όρους αγωνιστικής ενότητας σε όλη την κλίμακα του συνδικαλιστικού κινήματος. Σ' αυτή την αναγκαία αγωνιστική ενότητα λειτουργεί καταστροφικά η διασπαστική στάση των δυνάμεων του ΚΚΕ μέσα στα συνδικάτα, πρακτική που πρέπει να καταπολεμηθεί. Σ' αυτή την προσπάθεια όμως δεν χωρούν αποκλεισμοί ακόμη και αυτών των ηγεσιών που έχουν σοβαρότατες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση. Η άποψη αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι η οικονομική κρίση, για να αντιμετωπιστεί, απαιτεί ένα πολύ μαζικό και ισχυρό κίνημα αντίστασης, και όχι μόνο εστίες αντίστασης των πιο ριζοσπαστικοποιημένων τμημάτων της εργατικής τάξης. Χρειάζεται κυρίως η ενεργοποίηση και η πάλη των από κάτω, που θα τραβά στον αγώνα --σαν ανελκυστήρας-- τα στρώματα της εργατικής τάξης που πιέζονται και τείνουν να συντηρικοποιούνται· χρειάζεται όμως και η πίεση από τα πάνω, ώστε οι ομοσπονδίες και οι τριτοβάθμιες οργανώσεις να ενταχθούν σε ένα σχεδιασμό πλατιάς αγωνιστικής δράσης με ένα αντινεοφιλελεύθερο πλαίσιο εξόδου από την κρίση. Η σκληρή κριτική και η πολεμική στις συμβιβασμένες ηγεσίες πρέπει να συνοδεύονται με συνεχή πρόσκληση κοινής δράσης μέσα από τα συνδικάτα.

Τα εμπόδια

Όσοι θεωρούν, και μέσα από την Αριστερά, ότι τα εμπόδια για μια ανασύνταξη σε ταξική βάση του συνδικαλιστικού κινήματος, βρίσκονται μόνο εντός του συνδικαλιστικού κινήματος απλώς έχουν λανθασμένη ανάλυση.

Δεν προσμετρούν τη διάθεση των μαζών ή τις επιρροές που δέχεται η εργατική τάξη από την ιδεολογία της αστικής τάξης, αλλά και την αντικειμενική κατάσταση που δημιουργεί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και στη θέση και στη συνείδηση της εργατικής τάξης, με μεθόδους και αύξησης και συνάμα συγκάλυψης της εκμετάλλευσης της.

Σήμερα, δυστυχώς, δεν έχουμε ένα αγωνιστικό "βρασμό" της βάσης των εργαζομένων και μια ηγεσία που προσπαθεί να κρατήσει κλειστό το καπάκι. Το "κάθισμα" του συνδικαλιστικού κινήματος είναι οριζόντιο και κάθετο, ενώ ο φόβος και η ανασφάλεια των εργαζομένων, ιδιαίτερα μέσα στην οικονομική κρίση είναι κακός σύμβουλος, όσον αφορά στην αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων. Συνεπώς, ο σχεδιασμός δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη αυτή την κατάσταση, διότι θα είναι ένας σχεδιασμός επί χάρτου.

Οι δυσκολίες, φυσικά, δεν πρέπει να οδηγήσουν σε ανάσχεση δραστηριοτήτων. Αντίθετα, ο αναγκαίος βολονταρισμός μας πρέπει να τραβά τις μάζες σε μαζική αγωνιστική δράση, και όχι σε απομόνωση της όποιας πρωτοπορίας. Η συσπείρωση του κόσμου πρέπει να γίνεται πάνω στα προβλήματα, στο πώς θα αντιμετωπίσουμε τις απολύσεις, τα κλεισίματα εργοστασίων, την μείωση των μισθών, τις ιδιωτικοποιήσεις, την επισφάλεια στην εργασία, το χτύπημα του ασφαλιστικού.

Οι μορφές πάλης που έχει στο οπλοστάσιο του το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει όλες να αξιοποιούνται. Αρκεί να συσπειρώνουν και να κλιμακώνονται σωστά. Αρκεί να συναποφασίζονται με τους εργαζομένους, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή συμμετοχή τους.

Ξαναβλέποντας το ρόλο των συνδικάτων σήμερα

Η σύνθετη κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι λογικό να προκαλεί και σύγχυση και διαφορετικές απόψεις και μέσα στο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Ορισμένοι μάλιστα φετιχοποιούν τον ρόλο της μη συμμετοχής στα προεδρεία, ως την κορωνίδα της ταξικής άποψης, δίχως να κατανοούν προφανώς τη διαφορά που έχει η κομματική δραστηριότητα από τη συνδικαλιστική· ακόμα, έχουν φιλική στάση σε ότι εξωθεσμικό κινείται αρκεί να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα.

Αυτή η άποψη επαναφέρει τη συζήτηση --που κατά τη γνώμη μας είναι η ουσία-- για το ρόλο των συνδικάτων.

Τα συνδικάτα είναι όργανα πάλης των εργαζομένων. Σ' αυτά συσπειρώνονται οι πάντες, ανεξάρτητα από ιδεολογική ή θρησκευτική άποψη, από εθνικές προελεύσεις. Τα συνδικάτα είναι επίσης εργατικοί θεσμοί που δημιούργησε η ίδια η εργατική τάξη, νομικά κατοχυρωμένοι ώστε να εξασφαλίζεται θεσμικά η διαπραγματευτική τους αρμοδιότητα. Τα συνδικάτα δεν είναι επαναστατικά όργανα της τάξης, ούτε ο "ιμάντας μεταβίβασης" της γραμμής του κόμματος (του κάθε κόμματος, είτε του δικομματισμού, είτε της Αριστεράς).

Η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να σέβεται την αυτονομία των συνδικάτων, και με όρους αυτονομίας πρέπει να τα κρίνει. Αλλιώς θα οδηγηθούμε στην σεχταριστική αντίληψη του ΚΚΕ, που θεωρεί ότι δεν υπάρχει κίνημα αν δεν το ελέγχει.

Οι αριστεροί συνδικαλιστές συμμετέχουν μέσα στα συνδικάτα και διαχειρίζονται μαζί με άλλους εκλεγμένους συνδικαλιστές τις υποθέσεις των συνδικάτων. Συγκρούονται με διαφορετικές απόψεις και επιχειρούν να εμβολιάσουν τη λειτουργία των συνδικάτων με τη συμμετοχή των εργαζομένων και την πιο πλατιά δημοκρατία, να ενισχύσουν τον ταξικό και διεκδικητικό τους χαρακτήρα. Τα αντιπροσωπευτικά προεδρεία που είναι εκτελεστικά όργανα μη συνεργασίας είναι αυτά που αποτυπώνουν τον υπαρκτό συσχετισμό δυνάμεων στις διοικήσεις και επιτρέπουν τη λειτουργία των συνδικάτων χωρίς "προκάτ" συμφωνίες και αποκλεισμούς.

Το πρόβλημα του συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα δεν είναι οι διαγραφές σωματείων, ούτε υπάρχει μια ανώμαλη κατάσταση, όπως στο παρελθόν, που θα αλλοίωνε ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων και θα απαιτούσε μια διαφοροποιημένη στάση.

Το πρόβλημα είναι ο σημερινός προσανατολισμός του: και αυτός αντιπαλεύεται μαζί με τους εργαζομένους, μέσα από τα συνδικάτα. Συνεπώς, αυτό που χρειάζεται είναι να συμβάλλουμε στην μαζικοποίηση και την αναζωογόνηση του συνδικαλιστικού κινήματος, να δουλέψουμε μέσα στα μέλη των σωματείων, μέσα στα όργανα κάθε επιπέδου, ώστε τα συνδικάτα να μην είναι ένας άδειος θεσμός, αλλά ένα πραγματικό κίνημα. Αυτό προϋποθέτει τη μαζική δράση των ίδιων των μελών των συνδικάτων. Οι ακτιβισμοί ή τα κινήματα αλληλεγγύης --καθ' όλα απαραίτητα στις μέρες μας-- θα είναι αναποτελεσματικές μορφές αν δεν εξασφαλίζεται ταυτόχρονα η κινητοποίηση των ίδιων των εργαζομένων που σχετίζονται με το κάθε πρόβλημα.

Τα συνδικάτα λοιπόν βρίσκονται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Σε κάθε κρίση υπάρχει και η καταστροφική και η αναγεννητική διάσταση. Χρέος της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι να συμβάλει ώστε η κοινωνική πάλη να έχει νικητές τους εργαζόμενους.

Ο Αλέκος Καλύβης είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Γ. Κουζής: Η flexicurity προστατεύει την κερδοφορία των επιχειρήσεων

.
. Αναδημοσίευση απο την ''Αυγή'' Ημερομηνία δημοσίευσης: 30/04/2009

Συνέντευξη στον ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟ

Η οικονομική κρίση μεγαλώνει το ήδη υπέρογκο ποσοστό φτώχειας στους εργαζόμενους και διευρύνει τις ανισότητες στη χώρα μας, υποστηρίζει σε συνέντευξή του στην Αυγή ο αναπληρωτής καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Γιάννης Κουζής.

Όπως σημειώνει, η πλήρης αποτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, που προωθήθηκε από τη δεκαετία του '90, επανέρχεται τώρα δριμύτερη (4ήμερη εργασία, απολύσεις, διαθεσιμότητες) με το άλλοθι της κρίσης, προκειμένου να προστατεύσει ακόμα και την ελάχιστη μείωση των κερδών των επιχειρήσεων, μετά από μακρά κερδοφόρα πορεία.

* Τους πρώτους 4 μήνες η οικονομική κρίση μεταφέρθηκε στην πραγματική οικονομία με οδυνηρές συνέπειες για τους εργαζόμενους. Ποια είναι η κατάσταση αυτή τη στιγμή στη χώρα μας και πώς βλέπετε να εξελίσσεται;

Η κατάσταση, έτσι όπως διαμορφώνεται, είναι αποτέλεσμα των πρώτων συμπτωμάτων της κρίσης που οι κύριες συνέπειές της θα εκδηλωθούν προς το φθινόπωρο λόγω της ιδιαιτερότητας της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, οι μέχρι τώρα εκδηλώσεις της οδηγούν στη γενικευμένη ανασφάλεια και στη σοβαρή επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων διογκώνοντας το φαινόμενο της νέας φτώχειας.

Άλλωστε, ήδη στα μέσα του προηγούμενου χρόνου και πριν από τις τελευταίες εξελίξεις, το ποσοστό των φτωχών στην Ελλάδα υπολογίζεται στο 21% κατέχοντας την πρώτη θέση στον ευρωπαϊκό χώρο, ενώ παρουσιάζει σχεδόν διπλάσιο ποσοστό φτωχών μισθωτών(14%) έναντι του αντίστοιχου μέσου κοινοτικού, αν και καταγράφει το 1/4 του ευρωπαϊκού ποσοστού της μερικής απασχόλησης, η οποία συνιστά βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη της νέας φτώχειας.

Αυτό το στοιχείο αναδεικνύει και το πάγιο πρόβλημα των χαμηλών αμοιβών για την πλήρη απασχόληση, που, σε συνδυασμό με το ελλειμματικό κοινωνικό κράτος,αναγκάζει τον εργαζόμενο στην Ελλάδα να απασχολείται τον διπλάσιο σχεδόν χρόνο συγκριτικά με τη Γερμανία για να καλύψει τις ίδιες ανάγκες, σε βάρος του ελεύθερου χρόνου και της ποιότητας ζωής γενικότερα. Και όλα αυτά πριν από την κρίση.

Γενίκευση της φθηνής εργασίας

* Βλέπουμε καθημερινά μια γενίκευση των μέτρων που προωθούν την ευέλικτη εργασία με την επίκληση της οικονομικής κρίσης και του περιορισμού των απολύσεων. Πώς γίνεται να προτείνονται τα ίδια ακριβώς μέτρα, όπως κατά την περίοδο της λεγόμενης "ανάπτυξης";

Η πίεση για την ανάπτυξη της ευελιξίας της εργασίας έχει δρομολογηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του '90. Γι' αυτό, άλλωστε, και νομοθετήθηκε μέσα στις δύο αυτές δεκαετίες μια μεγάλη ποικιλία μέτρων σε όλο το φάσμα της ευέλικτης απασχόλησης, του ευέλικτου εργάσιμου χρόνου και των ευέλικτων αμοιβών. Η πίεση και η επιρροή των νεοφιλελεύθερων δοξασιών απαιτούσε την περαιτέρω μείωση των δαπανών για εργασία σε μια χώρα που ανέκαθεν οι αμοιβές ήταν ιδιαίτερα χαμηλές και η παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας ιδιαίτερα υψηλή.

Η προσθήκη της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις ενισχύει τις πολιτικές επιλογές του κεφαλαίου για νόμιμη φθηνή εργασία και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αύξηση και της παράνομης ευελιξίας, όταν η έκδηλη ανεπάρκεια των μηχανισμών ελέγχου της εργατικής νομοθεσίας καλείται να αντεπεξέλθει στον έλεγχο μιας νομοθεσίας περισσότερο σύνθετης, χωρίς κωδικοποίηση και με ένα εργατικό δυναμικό περισσότερο ευάλωτο σε καταστρατηγήσεις δικαιωμάτων από τους εργοδότες.

Εκτός, όμως, από τις αρνητικές επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις στις οποίες οδήγησαν οι ευέλικτες ρυθμίσεις και οι επαναρρυθμίσεις με όρους συνολικής απορρύθμισης, οι διακηρυγμένοι στόχοι του μειωμένου "κόστους εργασίας" κατέληξαν σε πλήρη αποτυχία.

Η ανταγωνιστικότητα διατηρήθηκε σε θέση ουραγού στην Ένωση σε μια χώρα με τις χαμηλότερες αποδοχές στην Ε15 μαζί με την Πορτογαλία, η ανεργία ανέρχεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση και η κερδοφορία των επιχειρήσεων σε διπλάσια ποσοστά του μέσου ευρωπαϊκού δείκτη, η οποία και δεν κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδύσεις. Εύλογο, λοιπόν, το αποτέλεσμα της αύξησης των εισοδηματικών ανισοτήτων κατά την περίοδο της "ανάπτυξης". Οι ίδιες πολιτικές επανέρχονται με αφορμή την κρίση που οι ίδιες δημιούργησαν και επιδεινώνουν τη θέση των εργαζομένων.

Επιβάλλονται μέτρα από τις επιχειρήσεις που αξιοποιούν το θεσμικό πλαίσιο που ήδη ισχύει για να ολοκληρώσουν το έργο που απέμεινε και να άρουν τις τελευταίες αντιστάσεις των εργαζομένων να συναινέσουν σε μια περαιτέρω και ακραία υποβάθμιση της θέσης τους. Ήδη κατά την περίοδο Νοεμβρίου-Μαρτίου έχουν γίνει 17.000 απολύσεις, 3.500 διαθεσιμότητες από επιχειρήσεις των 100 τουλάχιστον εργαζομένων, ενώ 20 αυτής της κατηγορίας έχουν επιβάλει μορφές μερικής απασχόλησης στο προσωπικό τους.

Στις λύσεις αυτές προβαίνουν και εργοδότες που η κρίση είναι το άλλοθι για την επιβολή μέτρων με την απλή, και ουσιαστικά ανεξέλεγκτη θεσμικά, επίκληση του περιορισμού της δραστηριότητάς τους που μεταφράζεται ακόμη και με την ελάχιστη μείωση των κερδών μετά από μια μακρά κερδοφόρα πορεία. Και βέβαια αυτή τη δυνατότητα παρέχουν μετεμφυλιοπολεμικοί και "εκσυγχρονιστικοί" νόμοι.

Η επιβολή της flexicurity

* Η επιδότηση επιχειρήσεων που περιορίζουν τον χρόνο εργασίας και τους μισθούς των εργαζομένων (π.χ. 4ήμερη εργασία) πιστεύετε ότι είναι ένα προσωρινό μέτρο ή θα γενικευτεί; Τι πρέπει να γίνει για να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη;

Οι πρακτικές της 4ήμερης εργασίας δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Είτε με την παγίωσή τους είτε με τη συχνή επάνοδο πλέον σε αυτές με την πρώτη ευκαιρία.

Η επιδότηση των επιχειρήσεων που επιβάλλουν τη μερική απασχόληση παρουσιάζεται ως κοινωνικό μέτρο, που έρχεται να καλύψει το κενό των ισχυόντων νόμων. Παρουσιάζεται ως μορφή της flexicurity με την ενθάρρυνση των εργοδοτών να επιβάλουν ευελιξίες και τη μεταφορά του κόστους μέρους των εισοδηματικών και ασφαλιστικών απωλειών των εργαζομένων στο κοινωνικό σύνολο.

Πρόκειται για πρακτική που ενισχύει τη θέση των επιχειρήσεων που καταβάλλουν τους λιγότερους φόρους στην Ε15 (15% έναντι 47% στη Δανία) επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογσμό και αυξάνοντας τις ανισότητες, όπως συμβαίνει και σε κάθε διεθνή πρακτική που απαλλάσσει και διευκολύνει τους οικονομικά ισχυρούς.

Ο εργατικός και κοινωνικός διαχειριστικός έλεγχος στις επιχειρήσεις που επικαλούνται οικονομικά προβλήματα νομίζω ότι ειναι η βάση μιας εναλλακτικής πρότασης.

Να ελεγχθούν οι απολύσεις

* Υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης; Ποιες παρεμβάσεις θα πρέπει να κάνουν τα συνδικάτα;

Εκτός από την πρόταση που προανέφερα για τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο με την αξιοποίηση εμπειρογνωμόνων σε επιχειρησιακό και τοπικό επίπεδο λόγω της ευρύτερης κοινωνικής διάστασης που συνεπάγονται οι αποφάσεις των επιχειρήσεων, προστίθενται και άλλες στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, όπως:

Ο έλεγχος των απολύσεων με την καθιέρωση του αιτιολογημένου χαρακτήρα των απολύσεων και την απαγόρευση για την περίοδο της κρίσης των απολύσεων που οφείλονται στο πρόσωπο του εργαζόμενου. Επίσης επιβάλλεται η προστασία των εργαζομένων από τις ομαδικές απολύσεις στις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 20 εργαζόμενους (97% των επιχειρήσεων και 60% της απασχόλησης).

Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται η κατάργηση των αντεργατικών ρυθμίσεων που επιβάλλουν μονομερώς την επιδείνωση της θέσης των εργαζόμενων, η αύξηση σε ύψος και διάρκεια της επιδότησης των ανέργων, η ενίσχυση του ρόλου των μηχανισμών ελέγχου της νομοθεσίας και η καθιέρωση θεσμών εκπροσώπησης των εργαζομένων στις μικρές επιχειρήσεις και όπου υπάρχει έλλειμμα εκπροσώπησης, αφού μόλις στο 2% των ιδιωτικών επιχειρήσεων εκπροσωπείται συλλογικά η εργασία...

Ανάγκη χειραφέτησης της εργατικής Πρωτομαγιάς - του Κώστα Ήσυχου

.
Ανάγκη χειραφέτησης της εργατικής Πρωτομαγιάς
Αναδημοσίευση απο την Αυγή
Του ΚΩΣΤΑ ΗΣΥΧΟΥ*

Αναμφίβολα τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνδικαλιστική, οργανωτική πολυδιάσπαση στους γιορτασμούς για την εργατική Πρωτομαγιά.
Η φετινή εργατική Πρωτομαγιά (μέχρι την στιγμή που γραφόντουσαν αυτές οι λίγες λέξεις) τουλάχιστον τέσσερις συγκεντρώσεις προβλεπόντουσαν για την Αθήνα!
Παρακμιακά στοιχεία διαφάνηκαν τα τελευταία χρόνια να λαμβάνουν μέρος με μικρές συγκεντρώσεις και «βαρύγδουπες ομιλίες», όπου περισσότερο παρουσιάζεται να γιορτάζεται η Πρωτομαγιά από μια ιστορική υποχρέωση, παρά από μια ανάγκη των καιρών μας, ως ένα αφιέρωμα στην ιστορική μνήμη της τάξης μας και την αφετηρία αγώνων για μαζικές και αποτελεσματικές ανατροπές σκληρών, εργοδοτικών και κυβερνητικών πολιτικών που φέρνουν τους εργαζόμενους αιώνες πίσω.

Ένα δειλό βήμα πραγματοποιείται φέτος από το ΕΚΑ, με την εμπλοκή όμως από την ΓΣΕΕ, που ενώ ομόφωνα αποφάσισε ο γιορτασμός να δοθεί στο ΕΚΑ, τα μέχρι τώρα δείγματα (κείμενα, θέσεις) αναδεικνύουν ένα αρκετά απονευρωμένο πλαίσιο, που δεν θίγει ούτε στο ελάχιστο ζητήματα όπως η εισοδηματική πολιτική, την εργοδοτική τρομοκρατία και την ανάγκη αυτή η επίθεση να σταματήσει με σχέδιο, μέθοδο και μαζικούς αγωνιστικούς αγώνες και πλατιές κοινωνικές συμμαχίες.

Ο σημερινός «επίσημος και κηρυγμένος πόλεμος» από το μεγάλο κεφάλαιο σε βάρος των εργαζομένων δεν έχει υποχρεώσει τις πλειοψηφίες των συνδικάτων (ΠΑΣΚΕ- ΔΑΚΕ) σε αλλαγή προσανατολισμού, οργανωτική ανασύνταξη, μαζικό ελκυστικό, αποτελεσματικό, δημοκρατικό, συνδικαλισμό βάσης, που είναι το ζητούμενο στις μέρες μας.

Η συνεχής απομαζικοποιήση και ο χαμηλότατος δείκτης συνδικαλιστικής πυκνότητας στη χώρα μας αποτελούν δείγματα μιας διαχρονικής βαριάς «ασθένειας» των συνδικάτων, με έντονα στοιχεία, απολυταρχικής, ιεραρχικής γραφειοκρατίας, κομματισμού, και σε ορισμένες περιπτώσεις και εργοδοτικών ταυτίσεων με ιδιαίτερα σκληρά πλαίσια εργατικής εκμετάλλευσης ( ενοικιαζόμενοι, εργολάβοι, δουλεμπόριο, κ.λπ).

Οι ευθύνες είναι γνωστές και για το ΠΑΜΕ, που εμμένει στην απόλυτη ταύτιση συνδικαλιστικού και κομματικού υποκείμενου ( ΠΑΜΕ=ΚΚΕ), όπου πατάει σε δυο βάρκες, στην ηγετική συνδικαλιστική γραφειοκρατία, όπου αποκομίζει μικρό-παραταξιακά οφέλη και την υποκριτική «καθαρότητα».

Ο φετινός γιορτασμός με τη διεθνιστική παρουσία από εκπρόσωπους από τη Βενεζουέλα και Παλαιστίνη, ένα μουσικό αφιέρωμα με συμμετοχή καλλιτεχνών από την Λ.Α. και μεταναστών 2ης γενιάς, που στερούνται τα ελάχιστα και αυτονόητα δικαιώματα Ελλήνων εργαζόμενων, οι σύντομες αλλά ουσιαστικές ομιλίες που θα γίνουν αποκλειστικά από εργαζόμενους στην ευέλικτη απασχόληση ( ενοικίαση, συμβασιούχοι, κ.λπ.) δεν σώζει την «παρτίδα», για δικομματικές συναινετικές ηγεσίες, που δεν θέλουν να επωμιστούν την κρίση αναξιοπιστίας που τους έχει αποδοθεί από την πλειοψηφία των εργαζόμενων που είναι «εκτός των συνδικαλιστικών τειχών».

Η συνδικαλιστική ριζοσπαστική αριστερά εμμένει και θα συνεχίζει να μάχεται ενάντια στις άγριες, τρομοκρατικές, εργοδοτικές και κυβερνητικές πολιτικές, ενάντια σε αναποτελεσματικά, απομαζικοποιημένα συνδικάτα. Για την ενότητα στη κοινή δράση και την αποτελεσματική πάλη της εργατικής τάξης, των μεταναστών και γυναικων, των ευέλικτα απασχολούμενων, της νέας γενιάς που την αναγκάζουν να ζει με δανεικά όνειρα και έναν κούφιο ψεύτο-καταναλωτισμό.

Τα δικαιώματα μας, η αξιοπρεπής εργασία, το σταμάτημα των απολύσεων, η μαζική ανεργία, η εργοδοτική τρομοκρατία, αποτελούν ανάμεσα σε άλλα καθήκοντα άμεσες προτεραιότητας και μέτωπα πάλης, για να γραφτούν ακόμα περισσότερες νικηφόρες κόκκινες σελίδες στη διαχρονική λεωφόρο της απελευθέρωσης της εργασίας από την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

* Ο Κώστας Ήσυχος είναι αντιπρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Αθήνας

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 2009 || Ανακοίνωση Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση τους.
Την κρίση να πληρώσουν το κεφάλαιο και οι τραπεζίτες.Με τους αγώνες μας θα ανατρέψουμε το νεοφιλελευθερισμό.Ενωτικά και Αριστερά αλλάζουμε το τοπίο σε Ελλάδα και ΕυρώπηΠανευρωπαϊκή Αντίσταση στα σχέδια της Ε.Ε. και των κυβερνήσεων. Το μέλλον μας γράφεται στους δρόμους.


Η Πρωτομαγιά είναι παγκόσμια ημέρα της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσμένων. Σφραγίστηκε με σκληρούς αγώνες και φόρο αίματος της εργατικής τάξης που ξεκίνησαν στο Σικάγο για το 8ωρο το 1886 και συνέχισαν να τη χαρακτηρίζουν από τότε σε όλους τους γιορτασμούς της.
Η φετινή Πρωτομαγιά γίνεται κάτω από το βάρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού. Κάτω από την απειλή της φτώχειας, της ανεργίας, η οποία με βάση πλέον και τα επίσημα στοιχεία έχει πάρει και στη χώρα μας δραματικές διαστάσεις, της καταστολής, της καταπάτησης όλων των δικαιωμάτων –εργασιακών και δημοκρατικών– για όλους τους εργαζόμενους. Εργαζόμενοι/ες, νέοι/ες, μετανάστες/τριες, είναι στο στόχαστρο των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων σε όλο τον πλανήτη.
Κυβέρνηση, τραπεζίτες και επιχειρήσεις με την ανοικτή στήριξη και την προτροπή της κυβέρνησης της ΝΔ και με την ουσιαστική συμφωνία της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, προετοιμάζουν το έδαφος για μαζικές απολύσεις και ακόμη πιο ελαστικές σχέσεις εργασίας εδώ και πολύ καιρό. Ήδη πολλά εργοστάσια κλείνουν και πετούν στο δρόμο χιλιάδες εργαζόμενους, ενώ άλλα τους θέτουν σε διαθεσιμότητα με τον εκβιασμό του κλεισίματος. Την ίδια στιγμή, όπως ξεκάθαρα φαίνεται στην περιπτώσεις των 28 δις ευρώ στις τράπεζες, του Ομίλου Λαναρά αλλά και από τα προγράμματα του ΟΑΕΔ για την δήθεν αντιμετώπιση της ανεργίας, η κυβέρνηση συνεχίζει να χρηματοδοτεί τις επιχειρήσεις και τους τραπεζίτες με τεράστια ποσά, ενώ φορτώνει τους εργαζόμενους με όλο και πιο σκληρά μέτρα.
Στην ίδια γραμμή κινούνται όλες οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών της ΕΕ. Χιλιάδες θέσεις εργασίας χάνονται σε όλη την Ευρώπη, ενώ δωρίζονται τεράστια ποσά σε τραπεζίτες και βιομήχανους για να ξεπεράσουν την κρίση. Το θράσος των εργοδοτών (Μίχαλου, Μυλωνά, προέδρου του ΣΕΒ κλπ) να ζητάνε ή και να εφαρμόζουν βδομάδα τριών εργάσιμων ημερών ή λιγότερες ώρες εργασίας με αντίστοιχη μείωση των μισθών είναι ακριβώς το ίδιο με το θράσος των ανταγωνιστών τους σε όλη την Ευρώπη, που μαζί με την Ευρωπαίκή Επιτροπή ζητάνε ακριβώς το ίδιο ενάντια σε όλους τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από φυλή, χρώμα, εθνικότητα και θρησκεία.
Ταυτόχρονα από τον ΛΑ.Ο.Σ. και τον Ν. Κακλαμάνη, απ’ τη ΝΔ μέχρι τον Πάγκαλο, προσπαθούν να μας «ποτίσουν» με τη χυδαία αντεργατική προπαγάνδα τους, ώστε να είμαστε διασπασμένοι και πιο αδύναμοι απέναντί τους. Η κυβέρνηση με την ανοχή ή και τη στήριξη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, για να κάμψει ή να προλάβει τις αντιστάσεις των εργαζομένων και της νεολαίας, εντείνει τα μέτρα καταστολής (κάμερες παντού, παρακολουθήσεις, αστυνομοκρατία, κλίμα για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου κλπ)
Οι ηγεσίες των συνδικάτων (ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ) αυτή την κρίσιμη περίοδο δεν θέλουν και δεν μπορούν να ηγηθούν της εργατικής αντεπίθεσης παρά τη συσσωρευμένη οργή και αγανάκτηση που υπάρχει ανάμεσα στους εργαζόμενους λόγω των οικονομικών δυσκολιών τους και την ανασφάλειας την οποία καθημερινά βιώνουν. Ο «διάλογος» της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ με τον ΣΕΒ «για να μπει μπλόκο στην ανεργία», τη στιγμή που θα έπρεπε να είναι σε μεγάλη ταξική σύγκρουση μαζί του επειδή οι επιχειρήσεις με πρόσχημα την οικονομική κρίση απολύουν μαζικά εργαζόμενους, είναι απαράδεκτος και λειτουργεί αποπροσανατολιστικά. Η άρνησή της, να οργανώσει την κλιμάκωση και το συντονισμό οποιουδήποτε αγώνα, να στηρίξει το κίνημα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα και την εξέγερση της νεολαίας τον περασμένο Δεκέμβρη, είναι απαράδεκτη.
Χέρι βοηθείας στη συμβιβαστική πολιτική των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα δίνει η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ με την απομονωτική και διασπαστική τους τακτική.
Είναι σαφές ότι τόσο το πρόγραμμα των εργατικών αιτημάτων όσο και οι μορφές πάλης για τη διεκδίκησή του, πρέπει να προκύψουν από τους ίδιους τους εργαζόμενους, από τη δράση τους και από την πίεση που θα ασκήσουν οι αγωνιστές της βάσης του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς.
Το σύνθημα «δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση σας», που το βλέπουμε σε όλες τις διαδηλώσεις και σε όλες τις γλώσσες παγκόσμια, ας είναι και στη δική μας Πρωτομαγιά η αρχή της απάντησης στη βαρβαρότητα και την εξαθλίωση που θέλει να μας επιβάλει ο καπιταλισμός. Ας είναι η συνέχεια της πανεργατικής απεργίας της 2 Απρίλη για να υποχρεώσουμε τις ηγεσίες των συνδικάτων να παλέψουν μαζί με όλους και όλες μας για να μην περάσουν τα σχέδια και τα νομοσχέδια της ΝΔ – και της όποιας κυβέρνησης του κεφαλαίου ακολουθήσει.
Για να παρθούν μέτρα αντιμετώπισης της ανεργίας, αποτροπής των απολύσεων και προστασίας των ανέργων. Για να μην περάσει το αντεργατικό μέτρο της μείωσης των ημερών ή ωρών εργασίας με αντίστοιχη μείωση των μισθών, Για το 35ωρο χωρίς μείωση των αποδοχών. Για να δοθούν ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, στις συντάξεις και στα επιδόματα ανεργίας. Για κατώτερο μισθό 1300 ευρώ και κατώτατη σύναξη στα 20 ημερομίσθια του ανειδίκευτου εργάτη. Για την κατάργηση των υπεργολαβιών και όλων των επισφαλών και ελαστικών μορφών απασχόλησης. Για πλήρη, σταθερή και ποιοτική εργασία για όλους. Για την αύξηση των δημόσιων δαπανών για την υγεία, την παιδεία, την πρόνοια και το περιβάλλον και για την άμεση προώθηση 100.000 προσλήψεων ανέργων σε αυτούς τους τομείς. Για την υπεράσπιση και διεύρυνση των εργασιακών, δημοκρατικών και συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και της νεολαίας.
Σ’ αυτή τη μάχη δεν είμαστε μόνοι. Ένα πολύ σημαντικό κύμα αγώνων σαρώνει την Ευρώπη. Στις απεργίες και τις διαδηλώσεις στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Αγγλία κλπ. εμφανίζονται οι καλύτεροί μας σύμμαχοι. Αυτή την επιστροφή σε μια διεθνιστική πολιτική ενοποίησης των αγώνων και των αιτημάτων σε ευρωπαϊκό και πλανητικό επίπεδο επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό η ουσιαστική στήριξη και ενίσχυσή του ΣΥΡΙΖΑ από τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους τους ανέργους και τη νεολαία στις προσεχείς εκλογές ευρωεκλογές θα σημαίνει ενίσχυση των ταξικών και κοινωνικών αγώνων τους.
Ο αγώνας για την υπεράσπιση και αναβάθμιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, για να μην πληρώσουν αυτοί τα βάρη της οικονομικής κρίσης, για την ήττα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, για το σοσιαλισμό και την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο συνεχίζεται.
Όλοι στις Πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις των Εργατικών Κέντρων
Αθήνα: κεντρική συγκέντρωση Πλατεία Κλαυθμώνος 10.30πμ
Προσυγκέντρωση Δικτύου συνδικαλιστών ΣΥΡΙΖΑ: Γωνία Χαλκοκονδύλη και Πατησίων στις 10.30πμ

Ανακοίνωση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΝ για την Εργατική Πρωτομαγιά

Ο ΣΥΝ καλεί τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους συνταξιούχους, τους νέους και τις νέες της χώρας μας σε μαζική συμμετοχή στις πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις που διοργανώνουν τα Εργατικά Κέντρα σε όλη τη χώρα, συντονίζοντας τους αγώνες τους με τους συναδέλφους τους στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρο τον πλανήτη.
Να δώσουν ενωμένοι ένα ισχυρό μήνυμα στην κυβέρνηση, στους τραπεζίτες και στο κεφάλαιο ότι δεν δέχονται να τους φορτώσουν τα βάρη της οικονομικής κρίσης που αυτοί προκάλεσαν. Ότι δεν θα μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια στην επίθεση και τον κοινωνικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει το κεφάλαιο εναντίον τους - με τη στήριξη της κυβέρνησης και την ανοχή της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ - με αυθαίρετες μαζικές απολύσεις, με μείωση ή πάγωμα των μισθών και με ακόμα μεγαλύτερη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.
Να αγωνιστούν για να μπει φραγμός στις απολύσεις, για το 35ωρο χωρίς μείωση των αποδοχών, για αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις, για επιδόματα ανεργίας στο 80% του μισθού, για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, για την κατάργηση των υπεργολαβιών και όλων των ελαστικών μορφών απασχόλησης. Για ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών και τη μη εφαρμογή της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των γυναικών. Για να σταματήσουν ή και να ακυρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις τομέων στρατηγικής ή κοινωνικής σημασίας. Για συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες. Για ίσα δικαιώματα στους μετανάστες.
Ο ΣΥΝ τιμάει τους διαχρονικά σκληρούς αγώνες της εργατικής τάξης και των παιδιών της που έδωσαν ακόμα και τη ζωή τους για τα δίκαια της τάξης τους και την κοινωνική πρόοδο.
Η κρίση του καπιταλισμού δεν θα γίνει κρίση των εργαζομένων. Να πληρώσουν οι υπεύθυνοι. Ο αγώνας για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, για δημοκρατία, ισότητα, δικαιοσύνη, κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο συνεχίζεται. Οι ηττημένοι του χθες θα είναι οι νικητές του αύριο.
Πολιτική Γραμματεία του Συνασπισμού

Ζήμενς: πράσινο σκάνδαλο με γαλάζιους κόκκους




Συνέντευξη Δημήτρη Στρατούλη μέλους της Π.Γ. ΣΥΝ,
πρώην μέλους της Διοίκησης του ΟΤΕ

Ζήμενς: πράσινο σκάνδαλο με γαλάζιους κόκκους

Ποιες συμβάσεις αφορά το σκάνδαλο ΖΗΜΕΝΣ;
Το Νοέμβρη του 1997 -λίγες ημέρες πριν την έναρξη ισχύος της ευρωπαϊκής οδηγίας, σύμφωνα με την οποία όλες οι ΔΕΚΟ θα έπρεπε να αναθέτουν από 1-1-1998 έργα και προμήθειες μόνο μέσω ανοιχτών διεθνών διαγωνισμών- το Δ.Σ. του ΟΤΕ αποφάσισε την απευθείας ανάθεση της προμήθειας 3.000.000 ψηφιακών παροχών στις ΖΗΜΕΝΣ και ΙΝΤΡΑΚΟΜ. Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-Σημίτη ισχυρίστηκε ότι έτσι θα κορόιδευε τους «κουτόφραγκους» και θα ενίσχυε την «εγχώρια;;;» βιομηχανία.
Η σύμβαση αυτή (8002) που υπήρξε η «μητέρα των μιζών» πήρε τη μορφή προγραμματικής συμφωνίας με ισχύ πέντε ετών 1998-2002 (158,3 δις δραχμές για τη ΖΗΜΕΝΣ και 222,7 δις δραχμές για την ΙΝΤΡΑΚΟΜ). Αργότερα με τις συνεχείς επεκτάσεις αυτής της σύμβασης έκλεισαν στις δύο εταιρείες όλες οι προμήθειες του ΟΤΕ μέχρι το 2006 και το αρχικό τους τίμημα υπερδιπλασιάστηκε.
Το ίδιο διάστημα οι προμήθειες και τα έργα των τηλεπικοινωνιακών Οργανισμών Βαλκανικών Χωρών που είχε εξαγοράσει ο ΟΤΕ πήγαιναν επίσης με απευθείας αναθέσεις στις ίδιες δυο εταιρίες. Όμως η «εγχώρια βιομηχανία» όχι μόνο δεν ενισχύθηκε, αλλά η ΖΗΜΕΝΣ έκλεισε το εργοστάσιό της στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Ίντρακομ έχει κάνει εκατοντάδες απολύσεις.
Αφού το 1998-2006 οι δύο εταιρείες έκαναν πάρτι με τις προμήθειες του ΟΤΕ, από τα τέλη του 2005 άρχισε να αποκαλύπτεται, ότι η ΖΗΜΕΝΣ έριχνε «λάδι» στη μηχανή των προμηθειών του ΟΤΕ χρηματίζοντας τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και στελέχη του ΟΤΕ και των κυβερνήσεων.
Μίζες επίσης δόθηκαν για να αγοράσει η χώρα μας από την αμερικανική SAIC με αντιπρόσωπο την ΠΡΟΦΙΤ του Γ. Τρεπεκλή, της οποίας η ΖΗΜΕΝΣ ήταν υπεργολάβος, το σύστημα ασφαλείας (C4I) για τους ολυμπιακούς αγώνες., που σήμερα χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση διαδηλωτών.


Η ΟΜΕ-ΟΤΕ τι στάση κράτησε;
Δυστυχώς η απόφαση για τη σύμβαση 8002 είχε παρθεί με τη συναίνεση της ηγεσίας της ΟΜΕ-ΟΤΕ (ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ). Μάλιστα ο τότε πρόεδρος της ΟΜΕ-ΟΤΕ -στέλεχος της ΠΑΣΚΕ και της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ- μοίρασε στους δημοσιογράφους, για να στηρίξει αυτή τη σύμβαση έγγραφα με επιχειρήματα, τα οποία του στάλθηκαν από fax των δύο εταιρειών. Μετά έγινε Δ/νων Σύμβουλος κοινής θυγατρικής ΟΤΕ - ΖΗΜΕΝΣ - ΙΝΤΡΑΚΟΜ και αργότερα Διευθυντής σε ραδιόφωνο συμφερόντων Κόκκαλη. Επίσης και ο εκπρόσωπος της ΔΑΚΕ στο Δ.Σ. του ΟΤΕ ψήφισε αυτές τις συμβάσεις.

Είχε διαφωνήσει κανείς;
Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ και οι συνδικαλιστές του στον ΟΤΕ, αλλά και εγώ ως πρώην μέλος της Διοίκησης του ΟΤΕ, διαφωνήσαμε, γιατί υπήρχε απευθείας ανάθεση και όχι διαγωνισμός. Θεωρούσαμε τις τιμές διογκωμένες, γιατί δεν προηγήθηκε κοστολογικός έλεγχος, αμφίβολη την ποιότητα, γιατί δεν είχε γίνει σύγκριση με τα προϊόντα άλλης εταιρείας, και αξιολογούσαμε τα περί ενίσχυσης της εγχώριας βιομηχανίας ως πρόσχημα για να κερδοσκοπήσουν κάποιοι επιτήδειοι.
Γι’ αυτό είχα χαρακτηριστεί από ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ και από τις δυο εταιρείες ως «ανθέλληνας» και «υπονομευτής» της εγχώριας βιομηχανίας

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία του σκανδάλου;
Η ΖΗΜΕΝΣ διέθετε το 1994 μέχρι το 2005 που αποκαλύφθηκε αυτό το σκάνδαλο το 8% των ετησίων εσόδων της από τη χώρα μας για «λάδωμα» στελεχών Υπουργείων και ΔΕΚΟ και επιπλέον το 2% για λάδωμα Υπουργών και χρηματοδοτήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., για να της ανατίθενται προμήθειες και έργα του δημοσίου τομέα.

Θα λάμψει η αλήθεια ή το σκάνδαλο θα κουκουλωθεί όπως τόσα άλλα;
Το σκάνδαλο της ΖΗΜΕΝΣ είναι δύσκολο να κουκουλωθεί, γιατί υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες, όπως:
Η ολοκλήρωση στη Γερμανία της δίκης γι’ αυτό το σκάνδαλο. Τα στοιχεία που έχουν προκύψει εκεί είναι πολύ σημαντικά, δημοσιοποιούνται και δεν μπορούν να αγνοηθούν από τη δικαιοσύνη στης χώρα μας.
Ο εσωτερικός έλεγχος της ΖΗΜΕΝΣ γίνεται από την αμερικάνικη νομική ελεγκτική εταιρεία Debevoise and Plimptom LLP. Αυτή με βάση τους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ στην περιοχή δημοσιοποιεί με το σταγονόμετρο ορισμένα στοιχεία κρατώντας σε πολιτική ομηρία το δικομματικό πολιτικό σύστημα της χώρας μας.
Η παράλληλη αξιόπιστη έρευνα που διεξάγεται από δημοσιογράφους στη χώρα μας και στη Γερμανία.
Αυτή τη φορά ίσως μάθουμε ένα μέρος της αλήθειας, γεγονός που θα αποτελέσει το Βατερλώ του δικομματισμού στη χώρα μας.

Γιατί και σε ποιους έδωσε μίζες η ΖΗΜΕΝΣ;
Η ΖΗΜΕΝΣ δεν έδωσε μίζες για λόγους φιλανθρωπίας, αλλά για να εξασφαλίσει από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. σε διογκωμένες τιμές και σε αμφιλεγόμενη ποιότητα προμήθειες και έργα του δημόσιου τομέα.
Εκκολαπτήρια της διαπλοκής και της ς διαφθοράς είναι το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ., που δέχτηκαν μυστικές χρηματοδοτήσεις από τη ΖΗΜΕΝΣ, όσοι υπουργοί των κυβερνήσεών τους προώθησαν σε αυτή με φανατισμό τις απευθείας αναθέσεις και οι κυβερνητικοί τοποτηρητές που τις εκτέλεσαν. Οι μίζες τους, περίπου 110 εκατομμύρια ευρώ, ενσωματώθηκαν στις συμβάσεις της ΖΗΜΕΝΣ και των άλλων εταιρειών που πήραν δουλειές στη χώρα μας, και τον τελικό λογαριασμό τον πλήρωσαν και τον πληρώνουν οι πολίτες ή ως φορολογούμενοι ή ως καταναλωτές και συνδρομητές των ΔΕΚΟ.
Το Δημόσιο υπέστη ανυπολόγιστη βλάβη. Η πολιτική ζωή ευτελίστηκε. Οι αφανείς χρηματοδότες έγιναν… οι managers των πολιτικών.


Μόνο η ΖΗΜΕΝΣ έδινε μίζες;
Όχι βέβαια. Οι μίζες άλλων μεγάλων πολυεθνικών και «εγχώριων» επιχειρήσεων που πήραν δουλειές και έργα στη χώρα μας φτάνουν σε δυσθεώρητο ύψος. Εξάλλου η ΖΗΜΕΝΣ για τις τηλεπικοινωνίες έπαιρνε «πακέτο» τις δουλειές και λειτουργούσε ως καρτέλ με την ΙΝΤΡΑΚΟΜ. Εάν εκκαθαριστεί το σκάνδαλο της ΖΗΜΕΝΣ, θα έχουμε μάθει μόνο μικρό μέρος της αλήθειας για το μεγάλο φαγοπότι που συντελείται σε βάρος των πολιτών και του δημοσίου συμφέροντος.

Υπάρχουν πολιτικές ευθύνες γι’ αυτό το σκάνδαλο ή επωφελήθηκαν μερικοί επιτήδειοι;
Οι συνεχείς αποκαλύψεις δείχνουν πολιτικές ευθύνες και μαύρο πολιτικό χρήμα. Τα ίδια τα στελέχη της ΖΗΜΕΝΣ έχουν καταθέσει σε ανακριτές εδώ και τρία χρόνια ότι «λάδωναν» τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ για να παίρνουν δουλειές στη χώρα μας. Εξάλλου, ο Θ. Τσουκάτος παραδέχτηκε ότι πήρε 1.000.000 μάρκα για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ. Την πολιτική ευθύνη γι’ αυτό το σκάνδαλο την έχουν από κοινού το ΠΑΣΟΚ που υπέγραψε αυτές τις συμβάσεις και η Ν.Δ. που τις συνέχισε ή και τις επέκτεινε.

Το ισχύον νομικό πλαίσιο επαρκεί για την αντιμετώπιση αυτού του σκανδάλου;
Ο νόμος περί ποινικής ευθύνης Υπουργών με τα σύντομα διαστήματα παραγραφής που προβλέπει τους οδηγεί στην ατιμωρησία. Οι ποινικές διατάξεις της χώρας μας για την αντιμετώπιση των οικονομικών εγκλημάτων δεν επαρκούν για τη διαπίστωση εμπλοκής πολιτικών ή κομμάτων σε αυτά. Στη Γερμανία με το σκάνδαλο της ΖΗΜΕΝΣ ασχολήθηκαν 30 εισαγγελείς, στην Ελλάδα τρεις και αυτοί ουσιαστικά αβοήθητοι.

Μπορεί να αποκατασταθεί η οικονομική ζημιά που έγινε στο δημόσιο;
Με βάση το νόμο 5227/1931 «περί μεσαζόντων», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, το δημόσιο μπορεί να ζητήσει να του δοθούν πίσω οι «μίζες» της ΖΗΜΕΝΣ από τους παραλήπτες τους, και αυτά τα 110 εκατομμύρια ευρώ να τα διαθέσει για τους ανέργους. Με βάση τον ίδιο νόμο μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση όλων των συμβάσεων που υπογράφηκαν το 1994-2005 από τον δημόσιο τομέα με τη ΖΗΜΕΝΣ και να απαιτηθούν από αυτή τα ποσά που εισέπραξε, και αυτά τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ να διατεθούν σε κοινωνικές πολιτικές. Αυτό όμως προϋποθέτει πολιτική βούληση που λείπει από τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ.

Μήπως στο ΣΥΡΙΖΑ χαίρεστε από την εξέλιξη του σκανδάλου, γιατί θα αυξηθεί η δύναμή σας;

Αλίμονο εάν ευχόμασταν να πνιγεί στο βούρκο ολόκληρη η χώρα για να αυξήσουμε εμείς τα ποσοστά μας.
Ο δικομματισμός αποδεικνύεται όχι μόνο φθαρμένος αλλά και διεφθαρμένος, γιατί μετέτρεψε τη χώρα σε Siemens land μίζες land. Προκαλεί πλέον στους πολίτες και κυρίως στη νεολαία απογοήτευση και απέχθεια.
Είναι θλιβερό το θέαμα εν μέσω οικονομικής κρίσης η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ αντί να αντιπαρατίθενται για το πώς θα βγούμε από αυτή, να «σφάζονται» μεταξύ τους για το ποιος έκανε τα μεγαλύτερα σκάνδαλα.
Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής στη Βουλή και για την κατάργηση του μαύρου πολιτικού χρήματος είναι σωστές. Χρειάζεται όμως να ηττηθούν και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που γεννούν τα σκάνδαλα και τις κοινωνικές αδικίες.

ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ



ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
Σχετικά με τα μέτρα στήριξης της απασχόλησης που ανακοίνωσε σήμερα η Υπουργός Απασχόλησης, ο Δημήτρης Στρατούλης, μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ και υπεύθυνος εργατικής πολιτικής του, δήλωσε τα εξής:

Το «ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης» της κυβέρνησης για την ανεργία και τους ανέργους είναι μία ξεθυμασμένη φούσκα προεκλογικών υποσχέσεων προς τους ανέργους, στους οποίους προσφέρει ρουσφέτια, μερική, προσωρινή, ελαστική απασχόληση και ακόμα περισσότερα ανασφάλιστα και κακοπληρωμένα προγράμματα stage.

Στους μόνους που απευθύνεται το κυβερνητικό σχέδιο δράσης για την ανεργία είναι οι επιχειρήσεις, στις οποίες εξασφαλίζει μεγάλες και δωρεάν χρηματοδοτήσεις για τη δημιουργία ανακυκλούμενων και επισφαλών – ελαστικών θέσεων εργασίας.

Η κυβέρνηση, αφού πρώτα έκανε το δικηγόρο των επιχειρήσεων που μειώνουν το ωράριο εργασίας με ταυτόχρονη μείωση των μισθών, τώρα έρχεται επιπλέον και να χρηματοδοτήσει αυτή την αντεργατική πρακτική τους.

Αυτό που χρειάζεται τώρα, δεν είναι να πλουτίσουν και πάλι με δημόσιο και κοινοτικό χρήμα κάποιοι επιτήδειοι και κάποια κυκλώματα που λυμαίνονται επί χρόνια τους πόρους που διατίθενται για την απασχόληση, αλλά να παρθούν ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεργίας και την πραγματική στήριξη των ανέργων, όπως:

- Δραστική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και των δημόσιων κοινωνικών δαπανών και άμεση προώθηση 100.000 προσλήψεων στην υγεία, παιδεία, πρόνοια, περιβάλλον, κοινωνική και πολιτική προστασία.
- Δραστική μείωση του ωραρίου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών.

- Ουσιαστική στήριξη των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

- Αποτροπή των απολύσεων εργαζομένων.

- Αύξηση των επιδομάτων ανεργίας στο 80% του βασικού μισθού και χορήγησή τους χωρίς προϋποθέσεις σε όλους τους ανέργους για όλο το διάστημα της ανεργίας τους.

- Ειδικά μέτρα για την κοινωνική στήριξη των ανέργων και για την ασφαλιστική τους κάλυψη για σύνταξη και υγεία καθόλο το διάστημα της ανεργίας τους.


Η κυβέρνηση θα πρέπει να καταλάβει, ότι οι άνεργοι θέλουν δουλειές και ανθρώπινα επιδόματα ανεργίας και όχι να τους παρουσιάζονται φύκια για μεταξωτές κορδέλες.


ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ
23/4/2009